Οποτε ανοίγει συζήτηση για την «τακτοποίηση» αυθαίρετων κτισμάτων, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα από τα συστατικά στοιχεία της κακοδαιμονίας της Ελλάδας: η προχειρότητα της νομοθεσίας, η ανικανότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και η ανοχή-συνενοχή της κοινωνίας ενθαρρύνουν την καταπάτηση νόμων, κανόνων και –όσον αφορά τη δόμηση σε ρέματα, δάση και αρχαιολογικούς χώρους– της κοινής λογικής. Οταν η αναρχία επεκταθεί σε σημείο όπου απαιτείται νομική λύση, τότε επιβραβεύεται η παρανομία εις βάρος όσων τήρησαν τους κανόνες, με μεγάλο κόστος σε χρήμα και υπομονή. Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, με την αδυναμία του να συντάξει κτηματολόγιο και να προνοήσει για τις ανάγκες του λαού, το ελληνικό κράτος ενθαρρύνει και την πρωτοβουλία του ιδιώτη που χρειάζεται στέγη και το οργανωμένο έγκλημα εναντίον του περιβάλλοντος. Ετσι, όποια «ρύθμιση» επιχειρείται καταντάει να διαιωνίζει την αυθαιρεσία, επιβραβεύοντας τους «έξυπνους» και υποσκάπτοντας ό,τι έχει απομείνει από εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Γι’ αυτό έχουν θεσπιστεί περισσότερες από 150 «ρυθμίσεις» από την πρώτη το 1855. Μια «τελευταία ευκαιρία» χωρίς τέλος.
Η σοβαρότερη προσπάθεια των τελευταίων χρόνων για την κατάρτιση εθνικού κτηματολογίου δείχνει μιαν άλλη πτυχή του προβλήματος. Τα συσσωρευμένα λάθη, οι καταπατήσεις, οι αυθαιρεσίες και οι συνήθειες 200 χρόνων δεν λύνονται σε λίγα μόλις χρόνια. Η χρονική πίεση και το χρηματικό κόστος για να μπει τάξη προκαλούν περαιτέρω αγανάκτηση και ταλαιπωρία στους πολίτες που θέλουν να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους και σε όσους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες πασχίζουν να κάνουν τη δουλειά τους. Οι μεγάλες καθυστερήσεις στα γραφεία του κτηματολογίου και σε δασαρχεία αποδεικνύουν και πάλι ότι η «ψηφιακή μετάβαση» είναι μια καλή αρχή, αλλά οι «μεταρρυθμίσεις» δεν προχωρούν εάν το ανθρώπινο δυναμικό δεν επαρκεί (σε αριθμό και ικανότητες) και εάν οι διαδικασίες δεν απλοποιηθούν.
Σε αυτό το τοπίο, υπάρχει ανάγκη για άλλη μία «ρύθμιση», όπως αυτή που φέρεται να ετοιμάζεται. Ομως, για να μην είναι απλώς μηχανισμός κρατικών εσόδων και πολιτικό παιχνίδι, θα πρέπει να είναι δίκαιη στη σύλληψη και αυστηρότατη στους ελέγχους που προαναγγέλλει. Οφείλει να διευκολύνει τους τίμιους και να τιμωρεί τους πονηρούς. Αλλιώς θα είναι άλλη μία ήττα, μια λερή, λευκή σημαία αντί για «κόκκινη γραμμή».

