Δεν είναι προφανώς προς θάνατον το γεγονός πως δεν συμπεριελήφθη στον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ τροπολογία του Μπομπ Μενέντεζ, που έθετε προϋποθέσεις στην αγορά νέων αεροσκαφών και τον εκσυγχρονισμό παλαιοτέρων μαχητικών F-16 από την Τουρκία. Η ανωτέρω εξέλιξη, που κάποιοι στην Αθήνα χαρακτήρισαν «αρνητική», οφείλεται σε παρέμβαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μελών της διοικήσεως του προέδρου Μπάιντεν, σε πιέσεις κάποιων Ρεπουμπλικανών και σε δραστήρια κινητοποίηση της τουρκικής διπλωματίας. Επί της ουσίας ήταν μια εξισορροπητική κίνηση, που παρέπεμπε το όλο θέμα στην πολιτική κρίση του προέδρου Μπάιντεν, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, οι οποίες αφορούν την κρίσιμη αναμέτρηση των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών για ανανέωση του Κογκρέσου.
Με δεδομένη τη διαρκώς κλιμακούμενη ένταση στις σχέσεις Αθηνών – Αγκύρας, που κατά τις εκτιμήσεις κάποιων πολιτικών και ειδικών περί τα στρατιωτικά ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγκρουση στρατιωτική τις δύο χώρες, η στάση του προέδρου Μπάιντεν, αλλά πρωτίστως οι εξεχόντως υποστηρικτικές πρωτοβουλίες κάποιων Δημοκρατικών μελών του Αμερικανικού Κογκρέσου, τόνωσαν το ηθικό, όχι απλώς των κυβερνώντων, αλλά και των Ελλήνων γενικότερα. Το θέμα είναι εάν αυτή η στήριξη είναι συγκυριακή, λόγω των επικειμένων εκλογών στις ΗΠΑ ή αποτελεί στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον. Επί του θέματος αυτού, ωστόσο, μόνον εκτιμήσεις μπορούν να διατυπωθούν. Σε περιόδους προεκλογικής αναμετρήσεως, πρώτιστος στόχος του όποιου υποψηφίου –ανεξαρτήτως παρατάξεως– είναι η εξασφάλιση υποστηρικτών και ψηφοφόρων. Το γεγονός αυτό αναβαθμίζει τη σημασία του ελληνοαμερικανικού λόμπι στις εκλογές του Νοεμβρίου. Δεν είναι όμως παράδοξο ότι η Αγκυρα, με επιμονή και ένταση, προβάλλει τον ισχυρισμό περί «αμερικανοελληνικής» συνεργασίας, που στρέφεται εναντίον της Τουρκίας.
Η κρίση, ωστόσο, στις σχέσεις Αγκυρας και Ουάσιγκτον δεν ήταν αποτέλεσμα εργώδους δραστηριοποιήσεως των Ελληνοαμερικανών. Αλλά συνέπεια μιας ριψοκίνδυνης πολιτικής έναντι των ευρυτέρων στόχων των ΗΠΑ στην περιοχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξασφαλίσει η Ελλάς τη συμμετοχή στο πρόγραμμα των υπερσυγχρόνων μαχητικών F-35 από τα οποία έχει αποκλεισθεί, μέχρι στιγμής, η Αγκυρα. Αλλά επειδή η στρατηγική σημασία της Τουρκίας είναι αδιαμφισβήτητη τόσο για την Ουάσιγκτον όσο και για το ΝΑΤΟ, είναι σαφές ότι εν τέλει θα εξασφαλίσει μάλλον σύντομα τόσο τον εκσυγχρονισμό όσο και την αγορά νέων μαχητικών F-16. Μία υπερδύναμη, όμως, έχει την υποχρέωση να τηρεί ισορροπίες. Και η τελευταία παρέμβαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν μία κίνηση προς την κατεύθυνση αυτή. Εχουμε δρόμο μακρύ μπροστά μας.

