Στις 9-10 Οκτωβρίου 1944, ο Στάλιν και ο Τσώρτσιλ συμφώνησαν –για να μην προκληθούν δυσλειτουργίες στη δράση των βρετανικών και των σοβιετικών δυνάμεων στη Βαλκανική– να υπάρξουν ζώνες επιχειρησιακής ευθύνης. Και οι δύο ηγέτες γνώριζαν, όμως, πως αυτές οι ζώνες επιχειρησιακής ευθύνης ουσιαστικά θα ήταν ζώνες πολιτικής επιρροής, στον βαθμό που η παρουσία των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων θα λειτουργούσε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, υπέρ των εγχώριων φιλικών τους δυνάμεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχοντας μιαν εντελώς άλλη θεώρηση για τον μεταπολεμικό κόσμο, ήταν απών. Ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μόσχα ήταν παρατηρητής.
Η αποκληθείσα συμφωνία των ποσοστών ήταν μια κίνηση υψηλής στρατηγικής, καθώς και οι δύο βασικοί παίκτες παραχώρησαν ο ένας στον άλλον αυτό που δεν θα μπορούσαν να έχουν. Η Βρετανία, μια ναυτική δύναμη, δεν θα μπορούσε να επηρεάζει τη βαλκανική ενδοχώρα και η Σοβιετική Ενωση, χωρίς ναυτικό, δεν θα μπορούσε να επηρεάζει την Ελλάδα. Και ο Στάλιν και ο Τσώρτσιλ, ως γνωστόν, εκτός από ευφυΐα διέθεταν και στρατηγική σκέψη, αφού κάθε στιγμή είχαν την ικανότητα να βλέπουν τη μεγάλη εικόνα. Απαραίτητη προϋπόθεση για έναν σκακιστή παγκοσμίου επιπέδου είναι να γνωρίζει να κινεί με αποτελεσματικό τρόπο τα πιόνια του. Με άλλα λόγια, υψηλή πολιτική χωρίς ρεαλισμό ή κυνισμό δεν υπάρχει, καθώς τα όρια μεταξύ τους είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα.
Ως γνωστόν, η Ελλάδα, με ποσοστό 90%, τέθηκε υπό την επιρροή της Βρετανίας, κάτι που καθόρισε και το μέλλον της, διότι ο Στάλιν τήρησε απολύτως τη συμφωνία, στο μέτρο που τον συνέφερε. Η συμφωνία των ποσοστών, όπως κάθε συμφωνία, δεν ήταν ένας σιδερένιος νόμος εντός του οποίου αιχμαλωτίστηκαν η δυναμική της Ιστορίας και η δράση του υποκειμενικού παράγοντα. Στη Γιουγκοσλαβία, όπου τα ποσοστά επιρροής ήταν 50-50, ο Τίτο χάραξε τον δικό του δρόμο ανατρέποντας τον συγκεκριμένο συσχετισμό. Το ίδιο επιχειρήθηκε τον Δεκέμβριο 1944 και στην Ελλάδα, αλλά το εγχείρημα απέτυχε.
Στη συνέχεια, η διαρκώς επιδεινούμενη σχέση μεταξύ των νικητών του πολέμου δεν έθιξε τα τετελεσμένα της συμφωνίας των ποσοστών, καθώς οι βασικοί παίκτες είχαν ήδη εδραιώσει τις θέσεις τους.

