Δεν τους γνωρίζουμε, δεν τους ακούμε, δεν εκφράζουν άποψη για τα τεκταινόμενα γιατί δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν το μυαλό τους σε αυτά, παλεύουν να θρέψουν τους ανθρώπους τους, να τα βγάλουν πέρα στα όρια των αναγκών τους. Δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, οι μισθοί τους είναι προκλητικά πενιχροί για το βάρος, το ρίσκο της δουλειάς τους. Τους αναγνωρίζουμε μόνο στα δύσκολά μας, τους μνημονεύουμε μόνο στην αδυναμία μας να αντεπεξέλθουμε στις εκάστοτε προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Δεν ζουν κάτω από τα φώτα, ζουν και παράγουν αθόρυβα.
Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν για άλλη μια φορά παρακολουθώντας τις πυρκαγιές και τους πυροσβέστες μας, τους εθελοντές πυροσβέστες μας δίπλα στους πρώτους. Αυτούς τους συμπολίτες μας που βάζουν το κεφάλι τους στον ντορβά για εμάς, οι πρώτοι με μισθό μια και δέκα, οι δεύτεροι πληρώνοντας από την τσέπη τους για τα εργαλεία να μας βοηθήσουν. Είναι οι πιλότοι των ιπτάμενων μέσων κατάσβεσης που παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα κάθε φορά που βουτούν μέσα στους καπνούς και στις φλόγες. Το έζησα σκληρά υπηρετώντας τη στρατιωτική μου θητεία στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας. Σήμερα οι φωτιές, χθες ο ιός και οι συνάδελφοι υγειονομικοί (γιατροί, νοσηλευτές, εργαστηριακοί) που έδωσαν και δίνουν την υγεία τους ακόμη και τη ζωή τους για να προστατεύσουν την υγεία και τη ζωή μας, με πενιχρούς μισθούς, δίχως ωράριο, συχνά μακριά από τους δικούς τους. Είναι τα παιδιά των Σωμάτων Ασφαλείας, τα παιδιά του στρατού, με κορυφαίους τους πιλότους μας, που κινδυνεύουν κάθε μέρα με μισθούς μια και δέκα για να είμαστε ασφαλείς. Ναι, αυτούς που υποβαθμίζονται από τους εκ του ασφαλούς, κενούς «προοδευτικούς» διανοούμενους ως φρουροί του «συστήματος».
Η χώρα έχει ζωή, έχει μέλλον, γιατί κάποιοι με μισθούς μια και δέκα είναι καθημερινά παρόντες στα δύσκολα, με υπευθυνότητα, γιατί έχουν μεγαλώσει με αρχές προσφοράς.
Η χώρα έχει ζωή, έχει μέλλον γιατί κάποιοι με μισθούς μια και δέκα είναι καθημερινά παρόντες στα δύσκολα, με υπευθυνότητα, οι περισσότεροι αγόγγυστα, γιατί έχουν μεγαλώσει με αρχές προσφοράς, από την οικογένειά τους, από τους δασκάλους τους. Αυτοί οι πολίτες που ζουν και παράγουν δίχως χειροκροτήματα, δίχως αναγνώριση, πολλοί ζώντας σε ανέχεια λόγω των αποδοχών τους. Είναι αυτοί της παράλληλης Ελλάδας της προσφοράς, που κρατάει το κοινωνικό και οικονομικό εποικοδόμημα στα πόδια του. Είναι αυτοί που αναπαράγουν τη ζωή προσφοράς και υπευθυνότητας στα παιδιά τους, στους νεότερους, όχι με λόγια αλλά με το παράδειγμα ζωής τους. Αυτήν την Ελλάδα πρέπει να έχουμε ως παράδειγμα, αυτή η Ελλάδα αξίζει τον θαυμασμό μας. Είναι η βαθιά παράλληλη Ελλάδα που αξίζει τον σεβασμό μας και τη στήριξή μας. Αν θέλουμε να υπάρξει Ελλάδα.
* Ο κ. Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

