Η σημερινή συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο αρχηγών θα έχει ως θέμα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, την κοινωνική πολιτική. Ομως, επειδή είναι η προτελευταία αντιπαράθεση από το βήμα της Βουλής ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πριν από τις διακοπές του καλοκαιριού, θα είναι, παράλληλα, και μια προθέρμανση για την προεκλογική περίοδο. Ούτε εκλογές, βέβαια, ούτε ημερομηνία έχουν επισήμως ανακοινωθεί, αλλά οι φωνές που υπερασπίζονται (υπερασπίζονταν για την ακρίβεια) την εκδοχή της εξάντλησης της τετραετίας μοιάζουν εντελώς αποδυναμωμένες.
Τι συμπέρασμα εξάγεται από την παράθεση των πληροφοριών; Οτι αποκλείεται η «κοινωνική πολιτική» να μονοπωλήσει τη συζήτηση, όπως θα όφειλε. Η βεντάλια θα ανοίξει πανοραμικά, η κόντρα θα προσανατολιστεί στην «καλύτερη» ατάκα, με μιντιακούς όχι με πολιτικούς όρους, θα ξαναπιάσουμε το νήμα από το 2015 και πιο πριν, θα περιηγηθούμε στο «αλλού φαν παρκ» της Novartis, θα ακουστούν τα περί «διαχείρισης της πανδημίας», θα σχολιαστούν τα ελληνοτουρκικά, τα εξοπλιστικά, κ.ο.κ.
Τι σημαίνει «όφειλε» όμως; Γιατί οι πολιτικοί αρχηγοί να εστιάσουν στο θέμα της στέγης και των ενοικίων, για παράδειγμα, αν δεν υπάρχει εξαργυρώσιμο πολιτικό όφελος από αυτό; Τι κι αν η πίεση που υφίστανται όσοι αναζητούν να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα/σπίτι είναι συνθλιπτική. Δεν είναι μόνο η μετάλλαξη που υφίστανται οι μεγαλουπόλεις από τη βραχυχρόνια μίσθωση λόγω τουρισμού, είναι και ότι οι τιμές των ενοικίων έχουν γίνει απρόσιτες (ένα βήμα μετά το δυσπρόσιτες), σε συνάρτηση με τα εισοδήματα των εργαζομένων. Ενδεικτικά (σύμφωνα με έρευνα της Eteron): το 47,8% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δυσκολεύεται ή αδυνατεί να πληρώσει το ενοίκιο, ενώ το 61,7% αναγκάζεται να κάνει περικοπές από άλλες βασικές ανάγκες για να καλύψει τα έξοδα του σπιτιού του. Τι κρίμα που και αυτό το τόσο εύθραυστο για την κοινωνική ισορροπία ζήτημα, πηγή μεγάλου άγχους και ανασφάλειας για σημαντικό αριθμό πολιτών, θα γίνει αντικείμενο χονδροειδούς αντιπολιτευτικής εκμετάλλευσης και θα εξαντληθεί σε προτάσεις για επιδόματα και επιδοτήσεις.
Θα αιφνιδίαζε ευχάριστα αν ο λόγος και ο αντίλογος διερευνούσαν το πρόβλημα και την ανακούφισή του (οι «λύσεις» υπάρχουν μόνο για τις προεκλογικές καμπάνιες), αν ο καθένας δεν βολευόταν στο εύκολο και αναμενόμενο ρεπερτόριό του. Στους διαχρονικούς ρόλους, που συνοψίζονται στο «μια χαρά τα κάνουμε» για τους μεν και «όλα χάλια είναι» για τους δε. Σε ένα διεθνές περιβάλλον, τόσο σκοτεινό και τόσο απρόβλεπτο, το ελληνικό κοινοβούλιο εξακολουθεί να ανακυκλώνει τα αδιέξοδά του.

