Τέσσερις στους δέκα σε 46 χώρες αποφεύγουν σκοπίμως την ενημέρωση, αναφέρει η ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Reuters για τη μελέτη της δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Γιατί; Εξαιτίας της κόπωσης που προκαλεί η επανάληψη των «κακών νέων» – πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, οικονομική κρίση· η μονοτονία της δυστυχίας οδηγεί στον κορεσμό και στην κοινοτοπία. Διότι ρίχνουν το ηθικό, προκαλούν στρες, τους «χαλάνε τη μέρα»· το ένστικτο αυτοπροστασίας ρίχνει πάνω στην οδύνη των άλλων την ωχρή σκόνη της λήθης. Διότι οι ειδήσεις σπέρνουν έριδες. Και, επιπλέον, δεν είναι αντικειμενικές – στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ είναι πολύ μικρή, ιδίως μεταξύ των αυτοπροσδιορισμένων ως αριστερών (η πολιτική πόλωση επηρεάζει τη σχέση των πολιτών με τα ΜΜΕ) και των νέων, που ενημερώνονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Δύο είναι οι κύριες ρίζες της αδιαφορίας για τις ειδήσεις: η διάθεση εξορκισμού του κακού (κίβδηλου ή πραγματικού) διά του στρουθοκαμηλισμού και το έλλειμμα εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ.
Αν προχωρούμε νηφάλιοι μέσα στο μαρτύριο των ημερών είναι γιατί αρνούμαστε να σηκώσουμε το βάρος όλων των ανθρώπινων πόνων, την πολλαπλότητα των ταυτόχρονων πεπρωμένων· θα χρειαζόμασταν ισάριθμες καρδιές με τα όντα που υποφέρουν. Το πνεύμα αποδρά από τον πυρήνα της συμφοράς στην ανακουφιστική οικεία καθημερινότητα. Υπάρχει κάτι σαν υλικό όριο στην αντοχή μας. Λέμε για την οδύνη όταν αυτή εξελίσσεται στο υφάδι ζωής εκατομμυρίων πλασμάτων ότι είναι παγκόσμια· αλλά το παγκόσμιο σύντομα αποκτά διάσταση όχι ευρύτερη από εκείνη της θερμής εστίας.
Η εμπιστοσύνη είναι το αντίδοτο στο κακό. Ωστόσο, η ολίσθηση από την αλήθεια στην (ατεκμηρίωτη) πληροφορία ενέτεινε την αμφισβήτηση της γνώσης που τυποποιείται από τα ΜΜΕ και διατίθεται στους πολίτες με τη σημασία του γεγονότος ακέραιη. Η πλημμυρίδα του προπαγανδιστικού και ψευδούς λόγου, των παραχαραγμένων και κατασκευασμένων ειδήσεων βάθυνε στη συνείδηση του κοινού τη διάσταση ανάμεσα στο υπαρκτό και στις αναπαραστάσεις του. Και μαζί με τον γρήγορο θάνατο συμβόλων και αξιών, τη δυστοπική προοπτική ενός αβέβαιου μέλλοντος, μετέτρεψε τον εξορκισμό του κακού σε εξορκισμό της πραγματικότητας των ΜΜΕ. Ομως είναι ένας εξορκισμός, μια απόρριψη της λειτουργίας τους ως πύλης εισόδου στο πραγματικό, που δεν αποκαθιστά καμία πραγματικότητα. Αντιθέτως, συχνά, βυθίζει στο χάος της συνωμοσιολογίας και στη σύγχυση.

