Στις βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία η συμμετοχή ανήλθε στο 48%. Είναι φανερό πως μια τόσο χαμηλή συμμετοχή εγείρει προβλήματα πολιτικής νομιμοποίησης του εκλογικού αποτελέσματος. Βέβαια, υπάρχει και ο αντίλογος ότι οι απέχοντες δεν δικαιούνται να αμφισβητούν δεδομένα που προκάλεσε η αποχή τους. Ας ψήφιζαν!
Στο μέλλον θα φανεί αν η περίοδος που ζούμε μοιάζει με την περίοδο του Μεσοπολέμου, τότε που οι φιλελεύθερες δημοκρατίες βρίσκονταν υπό δοκιμασία. Η οικονομική κρίση είχε ταυτισθεί σε έναν μεγάλο αριθμό πολιτών με τη συγκεκριμένη μορφή πολιτεύματος, ενώ παράλληλα υπήρχαν τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος που δραστηριοποιούνταν για να ανατρέψουν τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Και σήμερα υπάρχει έντονη οικονομική κρίση η οποία έχει απελευθερώσει τις λεγόμενες αντισυστημικές δυνάμεις που ευαγγελίζονται την επιστροφή σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν, αποκαθαρμένο από τις σκοτεινές στιγμές του. Εχουν μετατρέψει τη νοσταλγία σε πολιτικό όπλο.
Παράλληλα, οι νέες γενιές που αποκτούν το δικαίωμα της ψήφου, έχοντας εντελώς άλλα βιώματα, αξιολογούν και εντελώς διαφορετικά τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Τη θεωρούν δεδομένη και γι’ αυτόν τον λόγο την παραμελούν. Είτε αδιαφορούν είτε ακόμα χειρότερα πείθονται από το ισοπεδωτικό σύνθημα «όλοι ίδιοι είναι». Τα νέα παιδιά δεν διανοούνται πως οι ατομικές ελευθερίες, η πεμπτουσία των φιλελεύθερων δημοκρατιών, αποτελούν μια διαρκή διακύβευση. Ή από την άλλη πλευρά –και αυτό είναι ακόμα πιο ανησυχητικό– τις κατατάσσουν χαμηλά στην κλίμακα των αξιών τους.
Στην Ελλάδα, μεταξύ 2007 και 2019, «χάθηκαν» περίπου 1.200.000 ψηφοφόροι. Τα μνημόνια προκάλεσαν τεκτονικές μετατοπίσεις στις συνειδήσεις των πολιτών, οδηγώντας 1.200.000 από αυτούς στην έξοδο από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Κούραση και απογοήτευση οι βασικοί λόγοι αυτής της στάσης.
Οι κραυγές των κομμάτων που επισείουν κάθε φορά την κρισιμότητα των εκλογών δεν πείθουν, καθώς θεωρούνται από τους απογοητευμένους πολίτες ένα τετριμμένο πολιτικό σύνθημα. Το έχουν ακούσει πολλές φορές, αλλά η ζωή τους δεν άλλαξε.
Θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα πως ένας σημαντικός αριθμός πολιτών έχει εγκαταλείψει την πολιτική. Την έχει απαξιώσει και το δείχνει απέχοντας. Αυτό το σώμα είναι ευεπίφορο στις φωνές του λαϊκισμού, αριστερού και δεξιού και αυτό είναι ακόμα πιο επικίνδυνο για τη δημοκρατία μας.

