Στη γήρανση του πληθυσμού προβάλλει μια προφανής λύση – περισσότερη εργασία για άτομα 50+. Ομως κινούμαστε προς την αντίθετη κατεύθυνση: Η «μεγάλη παραίτηση» είναι και παραίτηση μεγάλων. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Τι δυσκολίες δημιουργούνται όσο δεν διορθώνεται; Για να εργαστεί κάποιος πρέπει να θέλει ο ίδιος, αλλά και να τον προσλάβει εργοδότης. Οι οικονομολόγοι αντιλαμβανόμαστε το θέμα αυτό ως σύμπλευση της προσφοράς εργασίας (από πλευράς του εργαζομένου) με τη ζήτηση (από την πλευρά της παραγωγής). Αν η ανάγκη ισορροπίας λησμονηθεί, μέσω τμηματικής ή μονόπλευρης θεώρησης, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος η διόρθωση ενός προβλήματος απλώς να κατασκευάζει το επόμενο.
Το θέμα της εργασίας μεγαλυτέρων –ή, το αντίστροφό της, η πρόωρη συνταξιοδότηση– προσεγγιζόταν «παραδοσιακά» ως αιτία ελλειμμάτων στα ταμεία συντάξεων. Αυτό οδηγούσε σε πίεση για περιορισμό στη γενναιοδωρία των συντάξεων αλλά και στην ηλικία που αποκτάται πρόσβαση στη σύνταξη – στα ηλικιακά όρια. Δηλαδή σε ρυθμίσεις στην προσφορά εργασίας που περιορίζουν τη δυνατότητα για πρόωρη έξοδο και προσφέρουν κίνητρα για παραμονή. Τέτοια μέτρα ελήφθησαν κατά την περίοδο 2010-2016, διαμορφώνοντας περιβάλλον ριζικά διαφορετικό απ’ ό,τι πριν από το 2009.
Πράγματι, καθώς οι αργόσυρτες μεταβατικές περίοδοι πλησιάζουν στο τέλος τους, όλο και περισσότεροι άνδρες και (κυρίως) γυναίκες διαπιστώνουν ότι αν δεν δουλέψουν παραπάνω, η σύνταξή τους θα υπολείπεται από το βιοτικό επίπεδο που στόχευαν. Είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούσε ο νομοθέτης – να κινητοποιηθούν τα μέλη της κοινωνίας να μετριάσουν το πρόβλημα. Μάλιστα αυτό συμπίπτει και με πολιτισμική μεταβολή: η γενιά που τώρα περνάει τα 50 είναι η πρώτη με απόλυτη συναίσθηση της δικής της μακροβιότητας. Το σοκ των περικοπών έχει διαλύσει τυχόν ψευδαισθήσεις για το αν το κράτος κρύβει τη λύση.
Συνεπώς, με κόπο και προσπάθεια, η πλευρά της προσφοράς εργασίας έχει πλέον προσαρμοστεί. Τα κίνητρα έχουν ευθυγραμμιστεί, δημιουργώντας την ανάγκη για εργασία. Πιο σημαντικά, υπάρχει και επιθυμία για εργασία – πολίτες που θα ήθελαν να βλέπουν το μέλλον τους σαν κάτι παραπάνω από «40 χρόνια πρέφα».
Ομως η λύση δεν προχωρεί επειδή υπολείπεται η ζήτηση εργασίας: Αν και περισσότεροι θα ήθελαν να δουλέψουν, δεν βρίσκουν δουλειά ή δεν βρίσκουν κατάλληλη δουλειά. Ενα αποτέλεσμα είναι η κατασκευή «νέων» κοινωνικών προβλημάτων: Γνωρίζουμε όλοι για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Υποπτευόμαστε ότι η τάξη αυτή, με τις νέες συντάξεις, διευρύνεται. Φοβόμαστε, μετά λόγου γνώσεως, ότι θα διογκώνεται σταθερά η ομάδα ανέργων άνω των 50, κάτι αδιανόητο παλαιότερα. Οταν η προσφορά εργασίας είναι μεγαλύτερη από τη ζήτηση, η ανοικτή ανεργία είναι μόνο ένα από τα πιθανά αποτελέσματα. Πιο κοινή είναι η εγκατάλειψη της αγοράς εργασίας από άτομα που αποθαρρύνονται και σταματούν να ψάχνουν, επειδή προεξοφλούν την επόμενη απόρριψη. Στην Ελλάδα αναλόγως λειτουργεί και η απομάκρυνση από την επίσημη αγορά εργασίας και δραστηριοποίηση στην γκρίζα οικονομία. Οι τάσεις αυτές διευκολύνονται από τη σχετική οικονομική άνεση των άνω των 50, την ύπαρξη διασυνδέσεων αλλά και τα προγράμματα εθελουσίας. Ολα αυτά «χρυσώνουν το χάπι» της αποστρατείας, κάνοντας την κακή επιλογή ανεκτή – τουλάχιστον βραχυχρόνια. Τροφοδοτούν όμως και αίσθημα ενοχής απέναντι σε νεότερους, των οποίων ο αποκλεισμός δεν διαθέτει αντίβαρα. Ετσι το πρόβλημα του αποκλεισμού από την εργασία των μεγαλυτέρων περνάει στην αφάνεια, αφού οι ίδιοι οι θιγόμενοι δεν το θέτουν, αξιολογώντας το πρόβλημα των παιδιών τους ως πιο πιεστικό.
Ετσι λοιπόν, η μεγάλη παραίτηση στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και στην Ελλάδα γίνεται και παραίτηση των μεγάλων. Το ότι το πρόβλημα δεν αναδύεται ακόμη στα στοιχεία δεν κάνει το μελλοντικό κοινωνικό πρόβλημα ευκολότερο: Πρέπει να προετοιμαζόμαστε για μεγάλο αριθμό ανέργων άνω των 50, οι οποίοι θα φτάνουν στα αυξημένα όρια ηλικίας με μικρά ασφαλιστικά δικαιώματα και με εξαντλημένες αποταμιεύσεις.
η γενιά που τώρα περνάει τα 50 είναι η πρώτη με απόλυτη συναίσθηση της δικής της μακροβιό- τητας. Το σοκ των περικοπών έχει διαλύσει τυχόν ψευδαισθήσεις για το αν το κράτος κρύβει τη λύση.
Συνοψίζοντας, μια μεγάλη κοινωνική και οικονομική πρόκληση –η μακροβιότητα και η συνακόλουθη μετατόπιση της μέσης ηλικίας– ταυτίστηκε με μόνο μία πτυχή της: τα ελλείμματα στο ασφαλιστικό. Αυτή η τμηματική θεώρηση οδήγησε, έπειτα από δεκαετίες άρνησης, στη λήψη μέτρων αποκλειστικά για την προσφορά εργασίας, δηλαδή σε μισή μεταρρύθμιση. Καθώς αυτή «δαγκώνει», αναδύονται νέα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Λύσαμε ένα πρόβλημα διευρύνοντας την προσφορά εργασίας. Δημιουργούμε ένα νέο μη διορθώνοντας τη ζήτηση εργασίας. Η αντίδραση θα έπρεπε να είναι η ολοκλήρωση της προσαρμογής – δηλαδή το εναπομένον μισό των προσαρμογών από την εργασία και την παραγωγή.
Στα μισά του δρόμου, ο πειρασμός είναι να γυρίσουμε πίσω. Από το 2016 αποσύρονται βασικές διατάξεις του ασφαλιστικού: αναβάλλονται αυξήσεις σε όρια, αναιρούνται αυστηροποιήσεις, επεκτείνονται διορίες, διευρύνονται εξαιρέσεις. Η αποκάλυψη νέων φαινομένων ανεργίας και ένδειας θα εκληφθεί ως ανωτερότητα της προμνημονιακής κατάστασης και της «προστασίας παλαιάς κοπής».
Υπάρχει αντίρροπη δύναμη; Το θέμα προέκυψε όταν το συνολικό πρόβλημα παρερμηνεύτηκε ως αποκλειστικά ασφαλιστικό. Ομως, οι αρμοδιότητες για την απαιτούμενη λύση είναι και αυτές κατακερματισμένες μεταξύ υπουργείων. Οι μόνοι που βλέπουν το πρόβλημα ολοκληρωμένα είναι όσοι το βιώνουν καθημερινά – οι ίδιοι οι πολίτες άνω των 50 που προσπαθούν να εργαστούν. Θα προτιμήσουν την εύκολη (πλην έωλη) διαβεβαίωση κρατικής προστασίας, ή μήπως θα διαμορφώσουν οι ίδιοι τη δική τους ζωή;
Η μισή μεταρρύθμιση που έχουμε τους σπρώχνει να το θέλουν. Η υπόλοιπη μεταρρύθμιση που χρειάζονται οφείλει να τους εξασφαλίσει τα εργαλεία που τους λείπουν.
* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

