ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

3' 49" χρόνος ανάγνωσης

Ζηλωτισμός και ακύρωση

Στο πρώτο ξέσπασμα του #MeToo, παρασυρμένοι από τον παράφορο ακτιβιστικό τους ζήλο, πολλοί από τους υπερμάχους του κινήματος αρνούνταν να δουν τα καταγγελλόμενα περιστατικά με λογική και ψυχραιμία. Ηταν τέτοιο το κοινό αίσθημα της εποχής: «ο κόμπος έφτασε στο χτένι», «οι νόμοι δεν μας οδήγησαν πουθενά ως τώρα», «μόνο η οργή θα μας δικαιώσει»· όποιος συνιστούσε σύνεση θεωρούνταν εκ προοιμίου ύποπτος. Μοναδική αποδεκτή στάση ήταν η άνευ ετέρου στήριξη κάθε καταγγελίας. Ξαφνικά, η ανατροπή των κακοποιητικών πατριαρχικών συμπεριφορών συνδέθηκε άρρηκτα με την αμφισβήτηση ενός ολόκληρου πολιτισμικού οικοδομήματος που περιλαμβάνει τα πάντα: από το νομικό σύστημα μέχρι την κοινή λογική και τις ηθικές μας αρχές. Το «αφήστε τα θύματα να μιλήσουν» μεταφράστηκε κατά κάποιον τρόπο σε «αγνοήστε τους θεσμούς και τις αποδείξεις, και ακυρώστε με συνοπτικές διαδικασίες κάθε πρόσωπο που καταγγέλθηκε ως κακοποιητικό, γιατί, εφόσον καταγγέλθηκε, είναι σίγουρα τέτοιο». Κάπως έτσι προέκυψε η αναμενόμενη εκτροπή, το περίφημο cancel culture: η τάση να μετατρέπεται το αίτημα για δικαιοσύνη σε τυφλή εκδικητική μανία.

Ενα φρικτό ειδύλλιο

Ο χωρισμός του Τζόνι Ντεπ και της Αμπερ Χερντ ήταν εξαρχής μία υπόθεση πρόσφορη για δικαιωματιστική αξιοποίηση. Οταν η Χερντ ζήτησε διαζύγιο από τον Ντεπ, έκανε λόγο για την κακοποιητική συμπεριφορά του εις βάρος της. Μετά τον συμβιβασμό που της απέφερε 7 εκατομμύρια δολάρια, όμως, πήρε πίσω τα περί κακοποίησης και, σε κοινή της δήλωση με τον πρώην σύζυγό της, περιέγραψε τη σχέση τους ως ευμετάβλητη σχέση πάθους στην οποία πάντως δεν υπήρχε πρόθεση κακοποίησης. Εντούτοις, ένα χρόνο αργότερα, σε άρθρο της στη Washington Post, η Χερντ δήλωσε και πάλι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, αυτή τη φορά «φωτογραφίζοντας» τον Ντεπ. Στη σπαρταριστή δίκη που παρακολουθούμε αυτές τις μέρες, εκδικάζεται η αγωγή του Ντεπ κατά της Χερντ για δυσφήμιση, με αφορμή εκείνο ακριβώς το άρθρο. O Τζόνι Ντεπ κατηγορεί την πρώην σύζυγό του ότι με τους ισχυρισμούς της καταβαράθρωσε τη φήμη και την καριέρα του, και, πράγματι, η απεικόνισή του ως συζύγου-τέρατος, συνεπικουρούμενη από τη διογκωτική επίδραση του #MeToo, είχε ως αποτέλεσμα ο Τζόνι Ντεπ να χάσει τον ρόλο του τόσο στην έκτη ταινία των «Πειρατών της Καραϊβικής» όσο και στο prequel του Χάρι Πότερ, «Φανταστικά Ζώα».

Φαινόμενα που απατούν

Η δίκη είναι ενδιαφέρουσα για πολλούς λόγους. Πέρα από τη σκανδαλοθηρική της διάσταση, που περιέχει ένα πλήθος σουρεαλιστικών κατηγοριών εκατέρωθεν, όπως ότι η Αμπερ Χερντ αφόδευσε στο κρεβάτι του Τζόνι Ντεπ ή ότι ο Τζόνι Ντεπ κυκλοφορούσε με το πέος του έξω από το παντελόνι του, υπάρχει μία ουσιώδης αποκάλυψη: σε ένα ηχητικό απόσπασμα από κάποιον καβγά του ζευγαριού, η Αμπερ Χερντ παραδέχεται ότι άσκησε σωματική βία στον Τζόνι Ντεπ. Και όχι μόνο αυτό. Εκτός του ότι τον διαβεβαιώνει χαιρέκακα πως αν τολμήσει να το πει παραέξω, δεν θα τον πιστέψει κανείς, παράλληλα χρησιμοποιεί απέναντί του μία πολύ γνωστή τακτική αποπροσανατολισμού. Ετσι, σύμφωνα με τη Χερντ, πράγματι χτύπησε τον Ντεπ, αλλά όχι πολύ και όχι αρκετά· τα χτυπήματά της δεν πρέπει να θεωρούνται σοβαρά και ο Ντεπ είναι μωρό αν διαμαρτύρεται· σε κάθε περίπτωση, για τη βία της εις βάρος του φταίει ο ίδιος ο Ντεπ που αφήνει μόνη της τη Χερντ κι ενώ λέει ότι θα λείψει για λίγο, τελικά λείπει ώρες ολόκληρες. Δεν θέλει πολλή σκέψη για να αναγνωρίσει κανείς το είδος της συμπεριφοράς: είναι η πιο τυπική πατριαρχική μέθοδος χειραγώγησης του θύματος (το γνωστό gaslighting). Η Αμπερ Χερντ έκανε αυτό που κατήγγειλε.

Ομοιότητα στο κακό

Τα νέα δεδομένα δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο Τζόνι Ντεπ να υπήρξε πράγματι βίαιος, παρότι κάποιες από τις μαρτυρίες της Αμπερ Χερντ έχουν αντικρουστεί στο δικαστήριο (όπως ο ισχυρισμός της ότι κάλυπτε τους μώλωπές της με ένα συγκεκριμένο καλλυντικό προϊόν, το οποίο όμως δεν είχε κυκλοφορήσει καν όταν συνέβη η φερόμενη ως επίθεση). Ο ηθοποιός άλλωστε έχει βεβαρημένο ιστορικό εθισμού και καταχρήσεων και ο συνδυασμός αυτών με την πλεονεκτική θέση που απολάμβανε επί χρόνια χάρη στη δύναμη που του εξασφάλιζαν η φήμη, η επιτυχία και τα χρήματά του, δημιουργεί ασφαλώς πρόσφορο έδαφος για την εξουσιαστική εκμετάλλευση κάποιου λιγότερο προνομιούχου. Ομως γίνεται πλέον σαφές το αποσιωπημένο αυτονόητο: η βία δεν είναι εγγεγραμμένη σε ορισμένο φύλο και η ιδιότητα του καταγγέλλοντος δεν συνεπάγεται απόλυτη ειλικρίνεια, αθωότητα ή εξαίρεση από την ιδιότητα του θύτη.

Σεξισμός της κολακείας

Η βεβαιότητα ότι ο γυναικείος ρόλος μέσα σε μία κακοποιητική σχέση είναι εκείνος του θύματος αντικατοπτρίζει μία υπαρκτή στατιστική κατάσταση, αλλά όταν ιδεολογικοποιείται δογματικά («μία γυναίκα αποκλείεται να γίνει βίαιη!») καταλήγει εξίσου σεξιστική με κάθε άλλη αντίληψη που αρνείται στη γυναίκα χαρακτηριστικά τα οποία δεν ταιριάζουν στην κυρίαρχη έμφυλη αφήγηση. Ο δρόμος για την αποκάλυψη και την πάταξη της ενδοοικογενειακής βίας είναι από μόνος του εξαιρετικά δύσβατος. Το μόνο που καταφέρνουν τα στερεότυπα, είναι να προσθέτουν ακόμη περισσότερα προσκόμματα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT