Στις εαρινές εκτιμήσεις του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μείωσε χθες τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, σημειώνοντας ότι οι παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές έχουν επιδεινωθεί σημαντικά από τον Ιανουάριο λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η τελευταία βρήκε την παγκόσμια οικονομία να μην έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από τις επιπτώσεις της πανδημίας, με αποτέλεσμα το ΔΝΤ να μειώσει τις εκτιμήσεις του για 143 οικονομίες, που αντιπροσωπεύουν το 86% του παγκόσμιου ΑΕΠ – μεταξύ τους και η Ελλάδα, η οποία εκτός από την ακρίβεια για τους καταναλωτές αντιμετωπίζει επιπλέον ένα εξίσου προβληματικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας για τις επιχειρήσεις.
Η διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, που ως παιδί στη Βουλγαρία είδε τις αποταμιεύσεις της οικογένειάς της να εξανεμίζονται από τον πληθωρισμό, το βλέπει πλέον καθαρά: «Για πρώτη φορά σε πολλά χρόνια, ο πληθωρισμός έχει γίνει ξεκάθαρος και άμεσος κίνδυνος», δήλωσε ανοίγοντας την εβδομάδα των εαρινών συναντήσεων στην Ουάσιγκτον. Αντίστοιχα, ο δείκτης Tiger του Ινστιτούτου Brookings, που παρακολουθεί την παγκόσμια ανάκαμψη, προειδοποίησε ότι ο στασιμοπληθωρισμός θα επηρεάσει τις περισσότερες οικονομίες φέτος.
Η δύσκολη οικονομική πραγματικότητα δεν θα μπορούσε παρά να έχει και πολιτικές προεκτάσεις. Ο επικοινωνιολόγος του προέδρου Μπάιντεν, Τζον Ανζαλόνε, δεν μασάει τα λόγια του μιλώντας στο Politico για το κλίμα για τους Δημοκρατικούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου: «Είναι το χειρότερο πολιτικό περιβάλλον που έχω ζήσει στα 30 χρόνια που είμαι πολιτικός σύμβουλος».
Ως επικοινωνιολόγος, σημειώνει τη σημασία για την κυβέρνηση να πείσει τους ψηφοφόρους ότι είναι εκεί γι’ αυτούς – να τους δώσει κάποια κοινωνική στήριξη, να δείξει ότι μπορεί να περάσει κάτι από το Κογκρέσο, οτιδήποτε για να αποσπάσει τη συζήτηση από τον πληθωρισμό, την Ουκρανία, το Αφγανιστάν, τη μεταναστευτική πίεση στα σύνορα…
Και αν στο Ουκρανικό ο χειρισμός της κυβέρνησης Μπάιντεν έχει ώς ένα βαθμό ενώσει τη χώρα, δεν ισχύει το ίδιο στα υπόλοιπα μέτωπα. Ειδικά στο ζήτημα της ανόδου των τιμών και των προοπτικών της οικονομίας, ο Λευκός Οίκος δέχεται την ίδια πολιτική πίεση που αντιμετωπίζουν όλες οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία είναι σε συγκριτικά καλύτερη θέση.
Σε όλο τον κόσμο, οι λαϊκιστές εστιάζουν την κριτική τους στην ακρίβεια και υπόσχονται ότι έχουν τις απαντήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γαλλία, και ο τρόπος που η Μαρίν Λεπέν έχει αναδειχθεί σε υπέρμαχο των λαϊκών στρωμάτων με υποσχέσεις παροχών και κυρίαρχο προεκλογικό σύνθημα την προστασία της αγοραστικής δύναμης των Γάλλων. Εκεί θα διεξαχθεί μια κρίσιμη αναμέτρηση αυτή την Κυριακή, που θα καθορίσει την πορεία της Γαλλικής Δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος για τα επόμενα χρόνια.
Αλλά ακόμη και αν αυτά τα δύο διασφαλιστούν από μια προβλεπόμενη οριακή νίκη του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, η μάχη με την ακρίβεια και τον λαϊκισμό που τροφοδοτεί η κακή οικονομική συγκυρία μόλις ξεκινά, και μάλιστα σε συνθήκες υψη-λής διεθνούς αστάθειας.
* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

