Δεν είναι μια υπόθεση μεταθέσιμη η προετοιμασία ενάντια στις κρίσεις, όμως συχνά μετατίθεται. Τη σοφία που απέκτησε μετά τις αναταράξεις της πανδημίας η αιφνιδιασμένη, απροετοίμαστη –αλλά όχι ανίδεη– ανθρωπότητα, σήμερα την έχει χάσει. Οσο αναδυόταν το κόστος της πρόληψης τόσο η πικρή γνώση έφθινε, ώσπου εξανεμίστηκε με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σε ημέρες κλιμακούμενης ενεργειακής και επαπειλούμενης επισιτιστικής κρίσης, διογκούμενου κύματος ακρίβειας και νέων πηγών αβεβαιότητας, η παγκόσμια κοινότητα δεν μοιάζει να ασχολείται πλέον με τη χρηματοδότηση μηχανισμών αποτροπής πανδημιών. Κι ας ο «δράκος», η COVID-19, είναι ακόμη εδώ.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία «πάγωσε» εκείνη την πρώτη συμφωνία του G7 και του G20 περί δημιουργίας παγκόσμιου ταμείου για την πρόληψη και καταπολέμηση μελλοντικών πανδημιών. Ο κοινός νους των εποχών ειρήνης, που εκφράζεται τόσο ως επιστημονική και οικονομική θεωρία όσο και ως λαϊκή θυμοσοφία, ότι η πρόληψη των κρίσεων κοστίζει εντυπωσιακά λιγότερο από τη θεραπεία τους, δεν έχει θέση σε ώρες πολέμου. Δεν είχε ιδιαίτερα περίοπτη θέση και πριν. Το έργο της πρόληψης δεν είναι έργο απτό, με άμεσα οφέλη, που μπορούν να επιδειχθούν, αλλά δράση χωρίς ορατά αποτελέσματα, με αποδόσεις εκτιμητέες στο μέλλον, ρευστές, μη εξαργυρούμενες σε δημοτικότητα και ψήφους.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η πανδημία κόστισε έως τώρα στις κυβερνήσεις του κόσμου 14 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η πρόληψη σε ένα πρώτο επίπεδο, έγκαιρου εντοπισμού και εξουδετέρωσης ενός νέου ιού, όπως είπε προ ημερών ο Μπιλ Γκέιτς στο συνέδριο TED 2022, κοστίζει ένα δισ. ετησίως. Τόσα θα πρέπει να πληρώνουν οι πλουσιότερες χώρες του κόσμου για τη λειτουργία, υπό τον ΠΟΥ, ομάδων 3.000 επιστημόνων που θα αναγνωρίζουν ταχύτατα νέα παθογόνα και θα περιορίζουν την εξάπλωσή τους μέσα στις 100 πρώτες κρίσιμες ημέρες. Βέβαια, το πακέτο της παγκόσμιας ετοιμότητας έναντι λοιμών περιλαμβάνει και άλλα: χρηματοδότηση της έρευνας για νέα διαγνωστικά εργαλεία, νέα εμβόλια, νέα φάρμακα, ενίσχυση των ΕΣΥ του κόσμου, περιβαλλοντικούς ελέγχους, εκπαίδευση του κοινού κ.ά., που ανεβάζουν το κόστος στα 15 δισ. δολάρια ετησίως. Υπάρχουν χρηματοδοτικοί μηχανισμοί που κινητοποιούν κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, όμως δεν αρκούν. Και πάλι προδομένες οι βραχύβιες σοφίες μας. Και πάλι απροφύλακτοι. Ενα ακόμη από τα μύρια δεινά που έπονται του ενός.

