Είναι, τελικά, νόμος στη χώρα μας η σχετικότητα των νόμων; Η λογική και η κανονικότητα υπαγορεύουν ότι, από τη στιγμή που θα ψηφιστεί ένας νόμος, αυτομάτως τίθεται σε ισχύ. Οτι, όσα προβλέπει, εφαρμόζονται από τους υπόχρεους και ότι υπάρχουν κυρώσεις σε αντίθετη περίπτωση. Αυτά στη θεωρία. Διότι στην πράξη δεν είναι απόλυτο ότι όποιος νόμος ψηφίζεται θα πρέπει να εφαρμόζεται κιόλας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νόμος για την εξασφάλιση στοιχειώδους συγκοινωνιακού έργου όταν οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Υστερα από χρόνια καθυστερήσεων, συζητήσεων, αντιδράσεων, επικράτησης μικροπολιτικών κριτηρίων και κυριαρχίας συνδικαλιστικών λογικών, ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε. Είναι κάτι που ισχύει σε πολλές χώρες στο εξωτερικό. Σε περίπτωση απεργιακών κινητοποιήσεων, οι συγκοινωνίες δεν μπορούν να σταματούν εντελώς. Η δυνατότητα μετακίνησης είναι κοινωνικό αγαθό και θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι θα εκτελείται ένα μίνιμουμ συγκοινωνιακού έργου για να εξυπηρετηθούν όσοι δεν έχουν άλλο τρόπο, όσοι είναι αναγκαίο να μετακινηθούν.
Ο νόμος, λοιπόν, ψηφίστηκε. Αλλά, όπως φάνηκε μόλις προχθές, ημέρα γενικής απεργίας, δεν εφαρμόζεται. Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων σε μετρό και ηλεκτρικό υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των εργαζομένων που προβλέπεται να διατεθεί σε περίπτωση απεργίας, δεν επαρκεί ώστε να είναι ασφαλείς οι μετακινήσεις. Η διοίκηση εμφανίζεται να συμφωνεί με αυτό.
Ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα; Να καθίσουν όλοι μαζί σε ένα τραπέζι και να δουν, εφόσον θεωρούν ότι συγκεκριμένες πρόνοιες του νόμου καθιστούν την εφαρμογή του ανέφικτη, ποιες είναι οι ενδεδειγμένες κινήσεις, ώστε να επέλθει διόρθωση και να καταστεί ο νόμος εφαρμόσιμος. Ομως, και αυτό το επόμενο βήμα μένει μετέωρο. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αρνούνται να προσέλθουν στη σχετική συζήτηση και να καταθέσουν τις προτάσεις τους. Αυτοί, ως εργαζόμενοι, προφανώς και μπορούν να πουν ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση ελάχιστου συγκοινωνιακού έργου. Δεν το κάνουν. Μπορεί η άρνηση αυτή να μπλοκάρει κάθε συζήτηση; Υπάρχει πρόβλεψη για προσφυγή σε διαιτησία, μας ενημερώνει χθεσινό ρεπορτάζ της Αλεξάνδρας Κασσίμη στην «Κ». Η διαδικασία αυτή ωστόσο δεν έχει ακόμη κινηθεί. Από την πλευρά της διοίκησης αυτήν τη φορά.
Το αποτέλεσμα είναι ο νόμος, ένας ακόμη νόμος, που έχει συνταχθεί, ψηφισθεί, προβληθεί ως απάντηση σε μία ακόμη ελληνική «ιδιαιτερότητα», να παραμένει ανενεργός. Δυναμικές μειοψηφίες εξακολουθούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους ως προς την εφαρμογή νόμων. Με τους πολίτες να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας από εργαζομένους, που θεωρητικά καλούνται να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον. Και με διοικήσεις που συχνά προκρίνουν την ικανοποίηση των συνδικαλιστικών αιτημάτων έναντι της παροχής σωστών υπηρεσιών σε εκείνους που, τελικά, πληρώνουν τον λογαριασμό και ζητούν το ελάχιστο: το δικαίωμα στη μετακίνηση, ανεξαρτήτως των διαθέσεων και της ισχύος των συνδικαλιστών.

