«Δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη αισιοδοξία για το τέλος των εχθροπραξιών και θα πρέπει ενδεχομένως να προσαρμοστούμε όλοι για μία περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας και αστάθειας», επισήμανε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνομιλία που είχε μπροστά στις κάμερες με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας πριν από τη συνάντησή τους στο Προεδρικό Μέγαρο προχθές. «Η αλληλεγγύη εδώ πρέπει να επικρατήσει με όποιο τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε, γιατί έρχονται δύσκολες μέρες», σημείωσε η Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Αναφέρονταν κυρίως στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στις επιπτώσεις της για τον ουκρανικό λαό και τον υπόλοιπο κόσμο. Λίγη ώρα αργότερα, η ένταση στη Σύνοδο Κορυφής Ε.Ε. – Κίνας έδειχνε ότι η διαχείριση των προβλημάτων που οξύνθηκαν από τον πόλεμο δεν θα είναι εύκολη. Εχει αρχίσει να φαίνεται ότι και να λήξουν σύντομα οι εχθροπραξίες, η παγκόσμια οικονομία –και ο καθένας μας– βρίσκεται σε αχαρτογράφητα νερά.
Ο πόλεμος ενέτεινε τα προβλήματα που ήδη προκαλούσαν η κλιματική κρίση και η πανδημία. Οι επιπτώσεις από κάθε κρίση πολλαπλασιάζει αυτές των άλλων. Ενα δραματικό παράδειγμα: σε χώρες της Ανατολικής Αφρικής που πλήττονται από τρία συνεχόμενα χρόνια μεγάλης ζέστης και ξηρασίας, 13 εκατ. άνθρωποι ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρότατες ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί κατά 25 εκατ. έως τα μέσα του έτους. Η ακρίβεια της ενέργειας, τροφίμων, λιπασμάτων και πρώτων υλών, καθώς και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, απειλούσαν τον κόσμο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Με τον πόλεμο, οι τιμές ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο. Τώρα, όμως, προστίθεται και το πρόβλημα της επάρκειας και διανομής τροφίμων. Η Αίγυπτος και η Τουρκία είναι μεγάλοι εισαγωγείς σίτου από την Ουκρανία και τη Ρωσία, όπως και πολλές χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής. Πώς θα διαχειριστούν ενδεχόμενες ελλείψεις σε βασικά τρόφιμα. Τι θα γίνει εάν τρόφιμα δεν φθάσουν σε περιοχές όπως η Ανατολική Αφρική, όπου οι καλλιέργειες καταστρέφονται από τη ζέστη και την ανυδρία; Πείνα, φτώχεια, απελπισία, αστάθεια και μαζική μετανάστευση θα προκαλέσουν αλυσιδωτές πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις.
Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε τη διεθνή ανάγκη για ασφάλεια στα τρόφιμα, όπως, εδώ και λίγο καιρό, νιώσαμε την ανάγκη για ασφάλεια στην προμήθεια ενέργειας.
Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε τη διεθνή ανάγκη για ασφάλεια στα τρόφιμα, όπως, εδώ και λίγο καιρό, νιώσαμε την ανάγκη για ασφάλεια στην προμήθεια ενέργειας. Το απότομο φρένο και εξίσου απότομο ξεκίνημα της παγκόσμιας οικονομίας που προκάλεσε η πανδημία, αποδιοργάνωσε τις αγορές, την παραγωγή και τις μεταφορές σε παγκόσμιο επίπεδο. Τη στιγμή που απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή συνεννόηση για την επαναφορά κάποιας ισορροπίας, η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία όχι μόνο επιδεινώνει τα προβλήματα καθαυτά αλλά εμποδίζει τη συνεννόηση. Στην προχθεσινή Σύνοδο Ε.Ε. – Κίνας φάνηκε ότι η Κίνα μπορεί να κρατάει κάποιες αποστάσεις από τη Ρωσία, όμως δεν προτίθεται να ευθυγραμμιστεί με την πολιτική της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Επιπλέον, η ανάγκη της Κίνας για τεράστιες ποσότητες ενέργειας, τροφίμων και πρώτων υλών θα διατηρήσει ψηλά τις τιμές καθώς και τα κόστη μεταφοράς.
Με αυτά όλα, φθάσαμε σε επίπεδα πληθωρισμού στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ που είχαμε αρκετές δεκαετίες να δούμε. Μαζί με την άνοδο επιτοκίων, αυτό θα προκαλεί δυσκολίες για τον καθένα μας και για όλη την οικονομία. Για να επιστρέψουμε, όμως, στη γεωργία – το υψηλότερο κόστος ενέργειας και χρήματος (λόγω επιτοκίων) οδηγεί σε υψηλότερες τιμές των προϊόντων. Η στενότητα της αγοράς, λόγω κλιματικής κρίσης και του πολέμου στην Ουκρανία, θα επιδεινωθεί τα επόμενα δύο χρόνια τουλάχιστον. Η Ουκρανία είχε εξαγάγει σχεδόν όλο το σιτάρι της πριν από τον πόλεμο, και μεγάλο μέρος του καλαμποκιού. Είναι άγνωστο, όμως, αν οι αγρότες θα μπορέσουν να θερίσουν κανονικά την επόμενη σοδειά, και αν θα έχουν τον σπόρο και την ευχέρεια να φυτέψουν του χρόνου. Επιπλέον, τα ουκρανικά λιμάνια έχουν αποκλειστεί από ρωσικές δυνάμεις. Ο,τι και αν γίνει, οι τιμές θα είναι υψηλές και θα υπάρχει μεγάλη αναστάτωση στην αγορά, καθώς χώρες εισαγωγείς θα αναζητούν νέες πηγές στον Καναδά, στην Αυστραλία, στην Αργεντινή, κ.ά., με τις μεγάλες αποστάσεις να αυξάνουν πάλι το κόστος. Εάν χώρες μακριά από τον πόλεμο έχουν μικρότερες σοδειές βασικών προϊόντων, όπως η Βραζιλία φέτος με τη σόγια, αυτό θα ανεβάσει ακόμη περισσότερο τις τιμές, αυξάνοντας την πίεση για καλλιεργήσιμη γη, καθώς τα δημητριακά, το βαμβάκι και η σόγια «ερίζουν» για τα ίδια χωράφια. Η επέκταση της καλλιεργήσιμης γης θα βαρύνει περαιτέρω το περιβάλλον.
Ολα δείχνουν ότι και σήμερα να έληγε ο πόλεμος, έρχονται πολύ δύσκολες μέρες. Οι άμεσες συνέπειες του πολέμου είναι ορατές, όμως η απορρύθμιση που ξεκίνησε πριν θα επιδεινώνεται συνεχώς, έως ότου υπάρξει ειρήνη και νέο πνεύμα συνεργασίας στη διεθνή κοινότητα. Το μόνο θετικό είναι ότι είναι τόσο εμφανής ο κίνδυνος ενός κόσμου που βυθίζεται στο χάος, που κάθε χώρα αναγκάζεται να ξυπνήσει. Αμεσος στόχος όλων πρέπει να είναι η εξασφάλιση ενέργειας, τροφίμων και αξιόπιστων συμμάχων. Στην Ελλάδα της μόνιμης κρίσης, όπου η γεωργία έχει απαξιωθεί τα τελευταία χρόνια, οφείλουμε να δούμε τη γη με νέα, δημιουργική διάθεση, όχι μόνο ως εμπορικό προϊόν και πηγή επιδοτήσεων.

