Ηπροχθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ήταν, βεβαίως, απολύτως απαραίτητη, καθώς οι επαφές σε ανώτατο επίπεδο ανάμεσα σε χώρες που τα προηγούμενα δύο χρόνια έφθασαν δύο φορές στα πρόθυρα της σύγκρουσης είναι απολύτως θεμιτές. Η ένταση, κυρίως όμως οι απότομες αλλαγές στις περιφερειακές ισορροπίες οδηγούν σε μια εκ των πραγμάτων ανάγκη για πιο ασφαλείς επιλογές, κάτι που σίγουρα αποτελεί το βασικό κίνητρο της Αγκυρας για ομαλοποίηση των σχέσεων και με την Ελλάδα, αφού, πάντως, έχει ήδη προχωρήσει σε ενέργειες όπως το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο επιδείνωσε σημαντικά τα ελληνοτουρκικά.
Παρά την ενεργοποίηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει μια κλινική μονομέρεια. Πράγματι, η Τουρκία αποτελεί απειλή και αντίπαλο της Ελλάδας στη περιοχή. Και τα τελευταία χρόνια οι εταίροι και σύμμαχοι της Ελλάδας στην Ε.Ε., στο ΝΑΤΟ, αλλά και ευρύτερα, το αντιλαμβάνονται. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά ακολουθεί μια μονήρη πρακτική. Πάντα ζητάει τη βοήθεια και την κατανόηση των άλλων έναντι της Τουρκίας, σπάνια όμως εμφανίζεται πρόθυμη να εμπλακεί σοβαρά στην επίλυση θεμάτων τα οποία αφορούν άλλους. Τα Δυτικά Βαλκάνια και η Λιβύη αποτελούν δύο μέτωπα που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον πολλών χωρών της Ε.Ε. αλλά και της Μέσης Ανατολής. Σε αυτές τις συζητήσεις η Ελλάδα κατέρχεται αναδεικνύοντας (ορθώς) το πρόβλημα που αποτελεί η κακόβουλη επιρροή της Αγκυρας, ωστόσο όταν έρχεται η ώρα να συζητηθούν οι ανησυχίες των υπόλοιπων εταίρων της, η ελληνική πλευρά δείχνει είτε αδιάφορη είτε έμπλεη φοβικών συνδρόμων. Οι διεθνείς σχέσεις είναι πολλές φορές άθροισμα ανταλλαγών, υποχωρήσεων και απαιτήσεων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα κατά το δυνατόν περισσότερων από τους εμπλεκομένους. Πρέπει, εν ολίγοις, η ελληνική εξωτερική πολιτική να γίνει πιο ευρηματική και, κυρίως, πιο στενά συνδεδεμένη με τις προτεραιότητες και των άλλων εταίρων και συμμάχων στην ευρύτερη περιοχή εθνικών συμφερόντων. Και παράλληλα, οφείλει να γίνει πιο εποικοδομητική, δίχως την Τουρκία να είναι παρούσα ανά δεύτερη πρόταση.
Για παράδειγμα, η κρίση στη Λιβύη έχει φέρει την Ελλάδα και την Ιταλία σε πολύ κοντινές απόψεις σχετικά με το μέλλον της χώρας. Στα Δυτικά Βαλκάνια, παραδοσιακά συγκρουόμενα συμφέροντα με την Αυστρία ή τη Γερμανία επίσης οδηγούσαν την Αθήνα στον αντίποδα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχουν σημειωθεί ανατροπές στις αντιλήψεις στη Ρώμη, στη Βιέννη, στο Βερολίνο και αλλού σχετικά με αυτά τα τόσο καυτά για την Ελλάδα μέτωπα. Η Αθήνα πρέπει να είναι έτοιμη να στηρίξει πολλές φορές θεωρητικά «αδιάφορες» επιδιώξεις των χωρών αυτών, ώστε να μπορεί να ζητήσει το ίδιο.

