Τις τελευταίες ημέρες εκτινάχθηκαν η ζήτηση και οι τιμές στα χάπια ιωδίου. Η ρωσική επίθεση στο πυρηνικό εργοστάσιο της Ζαπορίζια στην Ουκρανία πυροδότησε φόβους για αύξηση των επιπέδων της ραδιενέργειας, εντείνοντας τις ανησυχίες ενός πυρηνικού πολέμου. Και όπως επισημαίνει ο Βρετανός συγγραφέας Ιαν ΜακΓιούαν σε κείμενό του στην Guardian, «η αγκράφα της ζώνης που συγκρατεί τη Δύση είναι ο φόβος του πυρηνικού πολέμου». Γνωρίζουμε επίσης ότι μια στρατιά «θα μπορούσε κάλλιστα να καταστραφεί μέσα σε ένα απόγευμα από δορυφορικά καθοδηγούμενους πυραύλους και μαχητικά stealth jet, αόρατα στα ραντάρ».
Και μετά; Ποια θα ήταν η επόμενη μέρα (στιγμή για την ακρίβεια) του πλανήτη; Πώς θα πορευόταν η ανθρωπότητα; Οι απαντήσεις δεν ανήκουν σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ο εφιάλτης έχει δοκιμαστεί στην πραγματικότητα, έχουν αποκαλυφθεί –εν μέρει– οι συνέπειες, έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες, εικόνες τηλεοπτικές και κινηματογραφικές. «Εν μέρει», γιατί σήμερα, στα χρόνια που μεσολάβησαν, μετά τα πυρηνικά δυστυχήματα στο Τσερνόμπιλ (1986) και στη Φουκουσίμα (2011), έδωσαν στο απρόβλεπτο προτεραιότητα και στην παράνοια πρωτοκαθεδρία. Αυτά είναι, εξάλλου, και τα επίθετα που χρησιμοποιεί ο ΜακΓιούαν («απρόβλεπτος», «παρανοϊκός» για να χαρακτηρίσει τον Πούτιν): «Το 1914, τα ευρωπαϊκά έθνη διαμαρτύρονταν για την ειρήνη καθώς “υπνοβατούσαν” προς τον πόλεμο. Κατέληξαν σε πόλεμο, εφόσον δεν φοβόντουσαν τον εφιάλτη του πυρηνικού χειμώνα. Πλέον, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να ερμηνεύουμε τις μολυσμένες νευρικές διεργασίες ενός ανθρώπου και τα άρρωστα όνειρά του. Αυτή είναι η παγίδα όταν έχεις να κάνεις με έναν “τρελό” και τα πυρηνικά· αν δεν έχεις έναν προβλέψιμο αντίπαλο που δρα λογικά προς όφελός του, μένεις και εσύ παγωμένος στη θέση σου, περιμένοντας την επόμενη κίνησή του, ανίκανος να ρισκάρεις με μια άμεση παρέμβαση» (μτφρ. Book Press).
Στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες, προβάλλεται μια ταινία που ασκεί αυτήν ακριβώς την υπνωτιστική επιρροή, προμήνυμα ή απότοκο ενός ολέθρου. Το «Λυπάμαι πολύ» («I’m so sorry») του Ζάο Λιανγκ, παραγωγή τριών χωρών (Γαλλία, Χονγκ Κονγκ, Ολλανδία), ταξιδεύει στη Φουκουσίμα και στο Τσερνόμπιλ. Το ύφος του ποιητικού δοκιμίου, με ένα λόγο που ηχεί ταυτόχρονα σαν ντοκουμέντο και σαν προφητεία, δεν εξωραΐζει την εικόνα: η κάμερα συλλαμβάνει πράγματα που δεν θέλουμε να πιστέψουμε. Ο κύριος και η κυρία Ματσουμότο, κάτοικοι του προσωρινού οικισμού για τα θύματα της Φουκουσίμα, ο Ιβάν Τσεμενιούκ και η Μαρία Σοβκούτα, σε βαθιά γεράματα, επιβιώνουν στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ. Ανθρωποι που επιμένουν να μένουν σε μια ραδιενεργή επικράτεια. Οταν τα πρόσωπα «συστήνονται», οι ιστορίες έχουν ονοματεπώνυμο, τα τοπία δεν είναι απλώς γεωγραφικά προσδιορισμένα, έχουν χαρακτηριστικά.
Στη Φουκουσίμα οι κερασιές είναι ανθισμένες, η ομορφιά τους συντριπτική, έχει κάτι απόκοσμο στην απόλυτη ησυχία που τις περιβάλλει. Ούτε πέταγμα εντόμου. Ο φακός θυμίζει αυτό που ξέρουμε ήδη: όταν κάποιος εγκαταλείπει βιαστικά το σπίτι του, ό,τι αφήνει πίσω του μοιάζει με τα απομεινάρια μιας ζωής. Φωτογραφίες, κούκλες-γκέισες, ακέφαλες, ρολόγια σταματημένα τη στιγμή της καταστροφής. Δρόμοι χωρίς προορισμό, σπίτια στα οποία δεν μπορεί να επιστρέψει κανείς. Είναι άραγε το παρελθόν αυτό ή το μέλλον;
Το φάντασμα που δημιούργησαν οι άνθρωποι θα ζήσει περισσότερο από τους ανθρώπους.
Στο Τσερνόμπιλ η Μαρία Σοβκούτα μένει 30 χρόνια μόνη. «Εχω συνηθίσει να μιλάω στον εαυτό μου», λέει. Ο Ιβάν Τσεμενιούκ κυνηγάει με το χέρι δεκάδες μυρμήγκια που έχουν καταλάβει το τραπέζι του. Μερικές φορές τσιμπάνε κιόλας. Εδώ, τα πρόσωπα από τις παιδικές κούκλες είναι καμένα. Στάχτες παντού. Στα γύρω μέρη, μικρά παιδιά που γεννήθηκαν σπαρακτικά παραμορφωμένα. Αλλόκοτα πλάσματα, «βασανισμένοι άγγελοι».
Η κάμερα (με drone) περιφέρεται στον υπό κατασκευή χώρο αποθήκευσης πυρηνικών αποβλήτων στη Φινλανδία, 500 μέτρα κάτω από το έδαφος, ένα τούνελ που μοιάζει να μην έχει έξοδο.
Στους τίτλους τέλους διαβάζουμε: «Σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Ενωσης Πυρηνικής Ενέργειας για το 2020, υπήρχαν 442 ενεργοί αντιδραστήρες στον κόσμο, ενώ άλλοι 55 είναι υπό κατασκευή».
Ενα είναι βέβαιο: το φάντασμα που δημιούργησαν οι άνθρωποι θα ζήσει περισσότερο από τους ανθρώπους.

