Είναι οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου. Οταν καταστρέφεται η πολιτιστική κληρονομιά, σβήνεται η μνήμη, κόβονται οι γέφυρες με το παρελθόν. Το έχουμε δει στη Συρία και στα αρχαιολογικά μνημεία της Παλμύρας, στη Λιβύη, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, οπουδήποτε οι βόμβες και το ανθρώπινο μίσος ισοπεδώνουν πόλεις, εξαφανίζουν εκκλησίες, αγάλματα, τεμένη, έργα τέχνης, σπάνιους θησαυρούς.
«Οποιοσδήποτε βομβαρδισμός ή μάχες σε ένα τόσο πυκνό ιστορικό αστικό τοπίο όπως αυτό του Κιέβου όχι μόνο θα επιφέρει περισσότερους θανάτους και δεινά στον άμαχο πληθυσμό, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα προκαλέσει μεγάλη ανεπανόρθωτη ζημιά σε σημαντικά μνημεία πολιτισμού», τόνιζε η ανακοίνωση του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών Icomos, που υπενθύμισε παράλληλα και τη σύμβαση της Χάγης του 1954 για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Δυστυχώς, αναφορές για καταστροφές σε μνημεία φτάνουν από αρκετές πόλεις της Ουκρανίας.
Στην ουκρανική πόλη Λβιβ πριν από λίγες ημέρες οι υπεύθυνοι του Εθνικού Μουσείου μάζευαν βιαστικά τις συλλογές, έκλειναν σε κούτες πολύτιμα αντικείμενα, κειμήλια, πίνακες, εικόνες, αρχαία χειρόγραφα, για να τα μεταφέρουν στα καταφύγια προκειμένου να τα σώσουν σε περίπτωση που ο ρωσικός στρατός στοχεύσει στο δυτικό τμήμα της χώρας.
Στο ιστορικό κέντρο της ουκρανικής πόλης, χαρακτηρισμένο Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, τα αγάλματα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης σκεπάστηκαν με ειδική επένδυση ανθεκτική στη φωτιά. Διαβάζω την είδηση σε ξένες εφημερίδες, τις αγωνιώδεις δηλώσεις των ανθρώπων του μουσείου και των εθελοντών, και μένω σε μία φράση του διευθυντή του Εθνικού Μουσείου του Λβιβ: «Το μουσείο πρέπει να ζήσει. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν την ιστορία και τον πολιτισμό τους».
Θυμάμαι το σύνθημα «Βάλε φωτιά» που ηχούσε στο Εθνικό Αρχαιολογικό της Αθήνας, όταν τους έξι μήνες που κράτησε το Αλβανικό Επος οι άνθρωποι του ΕΑΜ εργάζονταν από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ για να κλείσουν σε κούτες τα αγάλματα, τον Ποσειδώνα απ’ τη Μήλο, τον κούρο απ’ το Σούνιο, κάποια να τα μεταφέρουν σε ασφαλές σημείο, άλλα να τα θάψουν. «Βάλε φωτιά», έλεγαν μεταξύ τους για να μη σταματούν λεπτό τη δουλειά. «Η Αρχαιολογική Υπηρεσία βρέθηκε στην παράλογη θέση να καταστρέφει το έργο που γενιές Ελλήνων αρχαιολόγων είχαν δημιουργήσει. Εννοώ κυρίως τη διάλυση των μουσείων και την ταφή των αρχαίων στη γη, σε κρύπτες, σε θησαυροφυλάκια, σε σπηλιές», έγραφε σε άρθρο του μερικά χρόνια αργότερα ο Βασίλειος Πετράκος, γ.γ. της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και ακαδημαϊκός. Ποιος θα το φανταζόταν ότι κάτι αντίστοιχο θα βλέπαμε σε απευθείας σύνδεση σήμερα στην Ευρώπη.

