Ρήξη στο groupthink
Ο λόγος που η πρόσφατη συνέντευξη του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην «Κ» ξεσήκωσε τόσο οργισμένες αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων του μπορεί να αναλυθεί σε αρκετά επιμέρους σημεία, ωστόσο συμπυκνώνεται στο εξής: ο πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να σηκώσει κεφάλι· επέτρεψε δηλαδή στον εαυτό του να αρθρώσει σκέψεις επικίνδυνα ατομικές, αψηφώντας την κομματική κουλτούρα υποχρεωτικής ομοιογένειας που αφήνει τα κεφάλια να ξεχωρίσουν μόνο για να γαβγίσουν υπέρ του αρχηγού της αγέλης. Πρόκειται για ένα είδος αμαρτίας για τα ενδοπαραταξιακά δεδομένα της Αριστεράς. Η αλήθεια πάντως είναι ότι, με μερικές εύγλωττες εξαιρέσεις, ο «αμαρτωλός» Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν είπε κάτι τρομερά πρωτότυπο: ήταν ο επιτηδευμένα εκκεντρικός χίπστερ εαυτός του, με τις κλασικές ποπ αναφορές στον νεοφιλελευθερισμό και στην αμεσοδημοκρατία. Ηταν όμως αυθύπαρκτος, κι αυτό στα μάτια πολλών φαντάζει απειλητικό έως και ασυγχώρητο.
Αστός σε σύγχυση
Η αντίληψη του Ευκλείδη Τσακαλώτου για τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα και για τη θέση του σε αυτά έχει κάμποσα κωμικά στοιχεία: το γεγονός ότι ερμηνεύει το προνόμιό του με τη γραφική χαλαρότητα του ρομαντικού που ονειρεύεται έναν κόσμο γεμάτο προνόμια για όλους (πόσο βολικά αριστερό!), η υπερφίαλη και ανεπίγνωστα ελιτίστικη αναφορά του στην «αστική αυτοπεποίθησή του» και η αναπολογητική του απάθεια προς το μνημονιακό παρελθόν του είναι όλα ενδεικτικά της απόστασής του από την πραγματικότητα και τους ψηφοφόρους του. Η άποψη, δε, ότι η πανδημία στέρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ «το οξυγόνο του», δηλαδή τη ζωντανή επαφή του με τον κόσμο, προδίδει και μια μορφή πολιτικής αμνησίας: στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησαν και προπαγάνδισαν επί μακρόν αντιεμβολιαστικές θέσεις ή ενθάρρυναν τον καταστροφικό συνωστισμό όταν η πανδημία βρισκόταν στο απόγειό της. Την επαφή του με τον κόσμο την υπονόμευσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να παρατείνει την υγειονομική κρίση. Εν πάση περιπτώσει, η επαφή με την κοινωνία είναι πολύ περισσότερα πράγματα από την εκ του σύνεγγυς επικοινωνία: κατά βάση σημαίνει κατανόηση και ρεαλισμό, σε αντιδιαστολή προς τον λαϊκισμό και την ιδεοληψία.
Ελάττωμα στο σύστημα
Αυτό που πείραξε περισσότερο τα ευέξαπτα στελέχη, δηλαδή όσα έχουν θεμελιώσει την ύπαρξή τους στην εχθροπάθεια, στους καβγάδες και στην ιδεολογική – στρατηγική ακαμψία, εξηγεί και τους λόγους που ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει το υπαρξιακό τέλμα που βιώνει: ο Ευκλείδης Τσακαλώτος όχι μόνο έδωσε συνέντευξη σε μη εγκεκριμένο μέσο, όχι μόνο έδωσε συνέντευξη με αντικείμενο τον εαυτό του, δηλαδή αυτονομημένος και εκτός κομματικού πλαισίου μάρκετινγκ, αλλά πήρε και την αδιανόητη πρωτοβουλία να ασκήσει κριτική τόσο στην Αριστερά όσο και στον Αλέξη Τσίπρα. Ομως η κριτική Τσακαλώτου δεν είναι μια απλή κριτική, αλλά μια κριτική που έρχεται εκ των έσω, από το σώμα της ίδιας της παράταξης. Πρόκειται λοιπόν για μια οιονεί αυτοκριτική (το κόμμα κρίνει το κόμμα), η οποία στα μάτια πολλών στελεχών έκανε την παράταξη να φανεί αδύναμη, αφού μόνο ένας αδύναμος παραδέχεται ότι σφάλλει! Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι προγραμματισμένος να αναγνωρίζει τα ψεγάδια του και η Αριστερά δεν απολογείται ποτέ. Ποιος είναι αυτός που κλονίζει την εργοστασιακά ρυθμισμένη βεβαιότητα των φανατικών ότι έχουν το δίκιο με το μέρος τους; Αυτή η βεβαιότητα είναι η συνειδησιακή βάση του ηθικού τους πλεονεκτήματος!
Εσωτερική αντιπολίτευση
Τα λόγια περί ανασφάλειας και αδυναμίας Τσίπρα να επιλέξει σωστούς συμβούλους συνιστούν ασφαλώς ξεκάθαρη μομφή, ακόμη κι αν ειπώθηκαν με την καλύτερη πρόθεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρητικά έχει όργανα και διαδικασίες που επιτρέπουν μια πιο θεσμική και αθόρυβη έκθεση των παραπάνω. Οχι, βέβαια, ότι τα χρειάζεται ο Ευκλείδης Τσακαλώτος· η σχέση του με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ λογικά του δίνει τη δυνατότητα να του μεταφέρει απευθείας τις κρίσεις του για το κόμμα αλλά και για τον ίδιο. Πάντως, ακόμη και όσα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αναφέρει ως πλεονεκτήματα του Αλέξη Τσίπρα ακούγονται αρκετά ειρωνικά και ίσως ακόμα πιο δηλητηριώδη από τα μειονεκτήματα. Η «λαϊκότητα» του Αλέξη Τσίπρα δεν εγγράφεται ως χάρισμα σε μια συνέντευξη όπου η δεσπόζουσα ιδιότητα είναι η αστική ακαδημαϊκότητα του Ευκλείδη Τσακαλώτου. Ο δε «τακτικισμός» του προέδρου κουβαλάει συνδηλώσεις που προσκρούουν στα καλά της λαϊκότητας. Τι ανάγκη έχει τους πονηρούς ελιγμούς ένας πολιτικός που αντλεί τη δύναμή του από τον λαό και στον λαό την αποθέτει;
Στρατόπεδα σε χάλαση
Από τις περιπτώσεις των άβολων (και επιβεβλημένων) διαζυγίων, όπως ήταν του Κωνσταντίνου Μπογδάνου και του Γιώργου Κύρτσου με τη Ν.Δ., μέχρι τις περιπτώσεις των ανταγωνιστικών συνιστωσών, χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί η δυναμική των σχέσεων Τσακαλώτου – Τσίπρα, γίνεται σταδιακά ξεκάθαρη η ανάγκη των παρατάξεων να επανεφεύρουν τον τρόπο που ορίζουν την ταυτότητα και επιτυγχάνουν τη συνοχή τους. Η κομματική ορθοδοξία δεν είναι το θέσφατο που ίσως ήταν κάποτε· τα προβλήματα την υπερβαίνουν και η όραση των εκλογέων διαπερνά την οκνηρή τυπολατρία και τη σκοπιμότητά της. Παρατάξεις που δείχνουν να μην εμπιστεύονται τον εαυτό τους είναι πολύ δύσκολο να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη σε εκείνους των οποίων την ψήφο ζητούν.

