Είναι πλέον γενικά παραδεκτό ότι το 2022 θα είναι έτος αυξημένης κρισιμότητας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.**
Τις τελευταίες ημέρες έχουμε νέα σοβαρή επιβάρυνση των ήδη βεβαρημένων ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Αγκυρα θέτει σε όλα τα επίπεδα το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης νησιών του Αιγαίου ως προϋπόθεση αναγνώρισης της ελληνικής κυριαρχίας επ’ αυτών. Κατ’ ουσίαν, εμπλουτίζει τη διαβόητη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», καθώς πλέον μιλάει για υπό όρους και προϋποθέσεις ελληνική κυριαρχία, όχι μόνον σε κάποια μικρά νησιά, νησίδες ή βραχονησίδες αλλά σε νησιά όπως η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Λήμνος, η Σαμοθράκη.
Με δυο λόγια, η Αγκυρα αμφισβητεί επίσημα και επίμονα τον σκληρό πυρήνα των εδαφικών ρυθμίσεων ελληνικού ενδιαφέροντος της Συνθήκης της Λωζάννης που το 2023 συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής. Το ίδιο κάνει και για τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 που αφορά στα Δωδεκάνησα. Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη για εκείνους που ερμηνεύουν χωρίς εξωραϊσμούς και ωραιοποιήσεις την τουρκική εξωτερική πολιτική.
Η Αγκυρα, άλλωστε, έχει προαναγγείλει ότι εάν η Ελλάδα δεν ανταποκριθεί στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης, η τουρκική διπλωματία σύντομα θα ξεκινήσει δράσεις για διεθνοποίησή του, απευθυνόμενη σε πρώτη φάση, στις χώρες που έχουν υπογράψει τις Συνθήκες Λωζάννης και Παρισίων. Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει δείξει ότι πράττει ό,τι εξαγγέλλει, διότι προφανώς το έχει προηγουμένως μελετήσει, σχεδιάσει και προετοιμάσει καλά. Τον περασμένο Ιούλιο είχε ήδη κάνει το πρώτο σοβαρό βήμα «διεθνοποίησης» με τις γνωστές πλέον επιστολές Σινιρλίογλου προς τον ΟΗΕ. Οι θετικές για την Ελλάδα δηλώσεις από Ουάσιγκτον, Λονδίνο και Βρυξέλλες περί αδιαμφισβήτητης ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών, δεν θα αποθαρρύνουν την Τουρκία. Η στρατηγική της σταδιακής αλλά και σταθερής αναθεώρησης του σημερινού status quo στην ευρύτερη περιοχή Αιγαίου, Ανατολικής Μεσογείου, εγγύς και Μέσης Ανατολής, αποτελεί υψηλή προτεραιότητα και στόχευση της νεοοθωμανικής πολιτικής της.
Με κύρια έκφραση και όχημα το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιχειρείται γεωπολιτικός «αναδασμός» ισχύος, επιρροής και συμφερόντων στην περιοχή, με επίκεντρο την Τουρκία. Για την Αγκυρα, η αναθεώρηση της Λωζάννης έχει «de facto» ξεκινήσει επί του πεδίου, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Κύπρο, στη Λιβύη.
Στη νεοοθωμανική ερντογανική αντίληψη, η Συνθήκη της Λωζάννης αποτελεί «ασφυκτική» κεμαλική κληρονομιά που πρέπει να αλλάξει, είτε «de facto» είτε «de jure». Σε μια ανατολίτικη εκδοχή του «ζωτικού χώρου», το καθεστώς που επέβαλε η Λωζάννη θα πρέπει να καταστεί πιο «ευρύχωρο» ώστε να συμπεριλάβει τα σημερινά συμφέροντα και τις μεγαλεπήβολες επιθυμίες της Τουρκίας του Ερντογάν.
Για την Αγκυρα, η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης έχει «de facto» ξεκινήσει επί του πεδίου, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Κύπρο, στη Λιβύη.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία δεν αποκλείεται να εκμεταλλευθεί την ουκρανική κρίση. Να μη διστάσει να τη χρησιμοποιήσει ως πρόφαση, δικαιολογία ή καταλύτη για να υποστηρίξει ότι «ήρθε η ώρα των αλλαγών και των νέων περιφερειακών διευθετήσεων».
Πιο συγκεκριμένα. Η κατάσταση στην Ουκρανία, αργά ή γρήγορα, θα «γεννήσει» εξελίξεις, συμφωνίες και διευθετήσεις, ανεξάρτητα από την όποιας μορφής έκβασή της. Συμφωνίες και ρυθμίσεις θα απαιτηθούν είτε για να εφαρμοστεί τυχόν εκτόνωση της κρίσης, είτε –πολύ σοβαρότερες από τις προηγούμενες– για διευθετήσεις έπειτα από πιθανή θερμή αναμέτρηση, π.χ. στην περιοχή Ντονμπάς, στην Ανατολική Ουκρανία. Τέτοιες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να έχουν μορφή πολιτικών διευθετήσεων ή ελέγχου εξοπλισμών στο ευρύτερο πλαίσιο μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας ή ακόμα και εδαφικών διευθετήσεων στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Μια αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη με τα χαρακτηριστικά και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας, δύσκολα θα αφήσει να περάσει ανεκμετάλλευτη μια τέτοια «ευκαιρία». Με καταλύτη την απαίτησή της για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας, ενδέχεται να προβάλλει μια «γενικότερη, έπειτα από έναν αιώνα, ανάγκη νέων ρυθμίσεων». Πέραν όλων των άλλων, κάτι τέτοιο θα ήταν συμβατό και συμπληρωματικό με τη γνωστή τουρκική πρόταση για πολυμερή περιφερειακή συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στη Μεσόγειο.
Ουδείς μπορεί να γνωρίζει εάν κάτι τέτοιο θα συμβεί. Ούτε όμως και κανείς μπορεί να το αποκλείσει. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά ένα αποσταθεροποιητικό «αναθεωρητικό» σενάριο που η Τουρκία έχει προαναγγείλει. Η κυβέρνηση ήδη ευαισθητοποιεί και ενημερώνει εξαντλητικά φίλους, εταίρους και συμμάχους στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, αλλά και ευρύτερα. Ο ΟΗΕ είναι άλλωστε ο θεματοφύλακας των διεθνών Συμφωνιών. Του Διεθνούς Δικαίου που η Τουρκία συστηματικά αγνοεί ή διαστρεβλώνει και επικίνδυνα παραβιάζει. Από την άλλη, η εξωτερική και αμυντική πολιτική της Ελλάδας προστατεύει αποτελεσματικά τόσο την ασφάλεια και τα συμφέροντά της, όσο και την περιφερειακή σταθερότητα και τη συμμαχική συνοχή.
* O κ. Γιώργος Κουμουτσάκος είναι πρώην υπουργός, βουλευτής Β1 Βορείου Τομέα Αθηνών, μέλος της επιτροπής Αμυνας και Εξωτερικών της Βουλής.
** Αρθρο μου στην «Κ» της Κυριακής 16/01/2022, «5+1 λόγοι για ένα «θερμό» ελληνοτουρκικό 2022».

