Σιγά σιγά, εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι στις ευρωεκλογές θα αποσαφηνιστεί η επερχόμενη αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας. Οι συζητήσεις και οι συναναστροφές στο κλίμα των ημερών και σε στιγμές που δεν έχουν τη φόρτιση της καθημερινότητας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μεγάλο τμήμα ψηφοφόρων της κυβερνητικής πλειοψηφίας προδιαγράφει, ακόμη και ως αναγκαίο κακό, την κυβερνητική αλλαγή. Οποιος είναι καλός παρατηρητής βλέπει, επίσης, ότι η προβλεπόμενη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν συνοδεύεται με ιδιαίτερα μεγάλες προσδοκίες των ψηφοφόρων. Η κοινή γνώμη κρατάει μικρό καλάθι, καθώς ρέπει σε λύσεις του έσχατου πολιτικού καταφυγίου. Γεγονός το οποίο θα δώσει άνεση κινήσεων στο κόμμα που θα έχει τον πρώτο λόγο. Ενα δεν είναι σαφές: Ποιος θα είναι ο μπαλαντέρ στην περίπτωση της κυβερνητικής αλλαγής με άξονα τον ΣΥΡΙΖΑ; Θα είναι η Ν.Δ., κατά τα πρότυπα του μεγάλου συνασπισμού της Γερμανίας, ή έστω ένα κομμάτι της – το καραμανλικό, όπως διατυπώνεται ακόμη κι από εκείνους οι οποίοι το θεωρούν καμένο χαρτί; H ΔΗΜΑΡ, αν εισέλθει στη Βουλή; O Καμμένος, το ΚΚΕ; Θα προλάβουν οι «58» να αποδείξουν ότι είναι πολιτική οντότητα; Η μήπως το Σχέδιο Β του Αλαβάνου και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αιφνιδιάσουν –αν περάσουν το εκλογικό κατώφλι– με τη συνθετική λογική που δεν κατέχουν;
Ούτε κουλτούρα διαλόγου έχουμε ούτε πολιτισμό συνθέσεων και συμβιβασμών διαθέτουμε. Ποτέ δεν το μάθαμε. Ούτε στην περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα. Η μοναδική ιστορική περίοδος κατά την οποία ένα κόμμα πήρε την πρωτοβουλία και διαμόρφωσε, όχι ηγεμονικά, αλλά ρεαλιστικά ένα πρόγραμμα πατριωτικό, εξαιρώντας μόνο τους συνεργάτες των ναζί, ήταν την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Τότε, στο χτίσιμο του ΕΑΜ, στο οποίο συνέβαλαν τα μάλλα και οι αστικές δυνάμεις του τόπου, το ΚΚΕ είχε αντιληφθεί την πατριωτική σημασία ενός προγράμματος σύνθεσης. Αλλά τα παραδείγματα άρχισαν και τελείωσαν εκεί. Οποιες άλλες συνθέσεις ήταν ευκαιριακές ή καιροσκοπικές. Η άρνηση του διαλόγου, η πολυδιάσπαση απόψεων, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί λόγω ιδιοτέλειας ή στείρου εγωισμού, ο κατατεμαχισμός τάσεων κι ένας έντονος αντιδιανοουμενισμός υπερισχύουν πάντα της ουσιαστικής συνθετικής αναζήτησης, που δεν μπορεί να βασίζεται σε λαϊκισμούς. Σήμερα, που η ανθρώπινη κλίμακα χάνεται στις μεγάλες πόλεις, το κόμμα που θα προπορευθεί στις επιλογές της κοινωνίας άραγε έχει το δικαίωμα να μην αναζητήσει συνθέσεις; Η Ν.Δ., προτάσσοντας τη λογική της αποδυνάμωσης του αντιπάλου, δεν έκανε καμία προσπάθεια διαλόγου και συρρίκνωσε στο 20% τη βάση της. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τώρα να επιλέξει ανάμεσα στη βραχύβια παραμονή –που για κάποιους παρομοιάζεται με καταστροφικό πέρασμα τυφώνα– μια παρένθεση στην ιστορική σκηνή της Ελλάδας, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, ή στην προετοιμασία για μια εθνική στρατηγική που θα κάνει τη διαφορά και γι’ αυτό το κόμμα και για τη χώρα.

