Η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά τεκμηριώνεται αναλυτικά στην πρόσφατη ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής, που κυκλοφόρησε η Τράπεζα της Ελλάδος. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά καθώς η τραπεζική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, από 11,7% του ΑΕΠ που ήταν την περίοδο 2001-2008, έχει περιοριστεί σε 0,9% (του μικρότερου ΑΕΠ) την περίοδο 2009 έως το β΄ τρίμηνο του 2013. Ανάλογη συρρίκνωση εμφανίζεται στην έκδοση ομολόγων και τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, και βασική πηγή χρηματοδότησης παραμένει με μικρή μείωση η αποταμίευση των νοικοκυριών και η εσωτερική χρηματοδότηση των εταιρειών από το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Η εικόνα αυτή προφανώς εξηγεί την πραγματικότητα αλλά και τις δυσκολίες να βρεθεί η έξοδος από την ύφεση. Ακόμα και η επιστημονική διερεύνηση της έννοιας «ανάκαμψη χωρίς τραπεζικό δανεισμό» που εξετάζεται στην ίδια έκθεση εμφανίζεται σχεδόν ανέφικτη από τους εμπειρογνώμονες της κεντρικής τράπεζας. Η ανάκαμψη χωρίς τράπεζες θεωρείται εφικτή όταν η ύφεση είναι βαθιά, η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί, η οικονομία έχει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και επιπλέον η δημοσιονομική πολιτική είναι χαλαρή και ενισχύει τη ζήτηση.
Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας δεν φαίνεται να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις αυτές και μόνον συγκεκριμένοι κλάδοι και ειδικές περιπτώσεις επιχειρήσεων μπορούν να προσβλέπουν σε μη τραπεζική χρηματοδότηση. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να αναζητήσουν άλλο τρόπο επιβίωσης…
Οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν έως τώρα εξάρτηση από το τραπεζικό σύστημα, σε υψηλότερα βαθμό από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Τα επόμενα χρόνια, θα στραφούν αναγκαστικά σε άλλες πηγές χρηματοδότησης ενώ ταυτόχρονα αλλάζουν και οι τράπεζες. Οι νέες ρυθμίσεις και οι κανόνες εποπτείας των τραπεζών αφήνουν μεγάλο περιθώριο για εταιρείες που δεν έχουν τις δεσμεύσεις των τραπεζών, δεν δέχονται καταθέσεις και χρηματοδοτούν εταιρείες που προσφέρουν τη σιγουριά ότι μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Οι τράπεζες -και όχι μόνον στην Ελλάδα- θα διαθέτουν, συγκριτικά, λιγότερα κεφάλαια για χορήγηση δανείων.
Σε αυτό το νέο τοπίο, που δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα πλήρως, κινείται και η ελληνική οικονομία, που σημαίνει ότι θα επέλθουν ριζικές αλλαγές στο επιχειρηματικό τοπίο. Στη δεκαετία του ’90 η επιχειρηματική στρατηγική επέκτασης στηρίζονταν στην εισαγωγή στο Χρηματιστήριο και την εξασφάλιση πόρων για επενδύσεις. Η στρατηγική αυτή κατέρρευσε με τη χρηματιστηριακή φούσκα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αμέσως μετά υιοθετήθηκε μια υποτιθέμενη συνετή στρατηγική που στόχευε στην εξασφάλιση τραπεζικών δανείων ενώ οι αποταμιεύσεις χρηματοδοτούσαν κυρίως τα ελλείμματα του Δημοσίου. Η επιλογή αυτή οδήγησε στην κατάρρευση των τραπεζών του 2008 και τη χρεοκοπία ορισμένων κρατών. Αυτή την εποχή διαμορφώνεται ο επόμενος κύκλος ανάπτυξης, με πολλές αβεβαιότητες ακόμα, ενώ δεν υπάρχουν οι αναγκαίες λύσεις.
Η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι αλλάζει το επιχειρηματικό μοντέλο αλλά και το επιχειρηματικό τοπίο. Οι επιχειρήσεις που θα μπορούν να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση στην επόμενη φάση δεν θα είναι απαραίτητα όσες είχαν ευνοηθεί στο παρελθόν.
Κι αυτό όχι επειδή κάποιος τις τιμωρεί αλλά γιατί αυτοί που θα λαμβάνουν τις αποφάσεις έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα και κριτήρια.

