Με αφορμή την δραματική μείωση των διαφημιστικών εσόδων που
προκαλεί η οικονομική κρίση στις επιχειρήσεις της News Corp, ο
Μέρντοχ δήλωσε ότι η εποχή ελεύθερης πρόσβασης στο περιεχόμενο του
Ίντερνετ, έφτασε στο τέλος της. «Η ποιοτική δημοσιογραφία δεν είναι
φθηνή», δήλωσε ο ίδιος. «Η ψηφιακή επανάσταση έχει ανοίξει πολλά
νέα και ανέξοδα κανάλια διανομής, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα
πρέπει να είναι και δωρεάν. Σκοπεύουμε να χρεώνουμε την πρόσβαση σε
όλες τις ενημερωτικές μας ιστοσελίδες».
Οι απώλειες της News Corporation, για το οικονομικό έτος που
έκλεισε τον Ιούνιο, έφτασαν τα 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια, με την
πτώση των εμπορικών εσόδων και τα κόστη των μεταβολών λόγω
αναδιοργάνωσης πολλών επιχειρήσεων να είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές
της αρνητικής εικόνας.Ταυτόχρονα, οι βρετανικοί τίτλοι εφημερίδων
του ομίλου υπέστησαν μείωση διαφημιστικών εσόδων κατά 14%, ενώ για
το σύνολο των εφημερίδων της News Corp σε όλο τον κόσμο, τα έσοδα
από διαφημίσεις μειώθηκαν στα 466 εκατομμύρια δολάρια, από 786
εκατομμύρια, το 2007.
Από τον στόλο των εφημερίδων που διαθέτει η News Corporation,
μόνο η Wall Street Journal χρεώνει τους χρήστες για πρόσβαση σε
κάποιο περιεχόμενο που δημοσιεύεται στο Ίντερνετ. Ο Μέρντοχ είπε
ότι έχει πλέον ολοκληρώσει την απαιτούμενη έρευνα που θα
προσδιορίσει τα επόμενα βήματα και ότι είναι διατεθειμένος να πάρει
το ρίσκο για όλη την αγορά, ξεκινώντας το συνδρομητικό μοντέλο:
«Πιστεύω ότι αν πετύχουμε, θα μας μιμηθούν πολλά ακόμη μέσα σε πολύ
σύντομο διάστημα».
Η εφαρμογή του νέου, συνδρομητικού μοντέλου θα εφαρμοσθεί μέσα
στο τρέχον οικονομικό έτος, ενώ προκειμένου να αποφύγει την απώλεια
αναγνωστών που θα αναζητήσουν την πληροφορία σε δωρεάν διαδικτυακές
πηγές, ο Μέρντοχ θα δώσει βάρος στο «ποιοτικό περιεχόμενο που θα
διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες πηγές». Το μοντέλο θα επεκταθεί
και στις ταμπλόιντ εκδόσεις, όπως η Sun και η News of the World,
που αυτή τη στιγμή δέχονται μεγάλη επισκεψιμότητα στις διαδικτυακές
της εκδόσεις, ειδικά όταν πρόκειται για ειδήσεις και κουτσομπολιά
διασήμων. Επιπλέον, ο Αυστραλός εκδότης επισήμανε ότι δεν
αποκλείεται η εταιρεία να αναγκαστεί να ξεκινήσει πολλούς και
μακρόσυρτους δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να εμποδίσει τη
δημοσίευση κειμένων και φωτογραφιών της σε άλλες πηγές.
Ο 78χρονος, πλέον, Μέρντοχ δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται μια
τέτοια κίνηση. Οι New York Times και ο Independent έχουν εκφράσει,
με διάφορους βαθμούς ενθουσιασμού, ότι μελετούν την πιθανότητα
χρέωσης για πρόσβαση στις διαδικτυακές τους εκδόσεις. Στο ίδιο
μήκος κύματος κινούνται και πολλοί παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, που
αισθάνονται ότι οι bloggers υπονομεύουν τη δουλειά τους, αλλά και
πρακτορεία όπως το Associated Press, που πρόσφατα δήλωσε την
πρόθεση του να χρεώνει οποιονδήποτε χρησιμοποιεί ή αναδημοσιεύει
μέρος ή ολόκληρα ρεπορτάζ του.
Αναλυτές ωστόσο επισημαίνουν ότι τέτοιες κινήσεις εμπεριέχουν
παράλληλα μεγάλα ρίσκα. «Η μέχρι τώρα εμπειρία είναι ότι
οποτεδήποτε υψώθηκαν «συνδρομητικά τείχη», οι άνθρωποι αναζητούν το
περιεχόμενο αλλού χωρίς δεύτερη σκέψη, ακόμη κι αν δεν είναι της
ίδιας υψηλής ποιότητας», επισημαίνει ο Κεν Ντόκτορ, ειδικός της
αγοράς στην εταιρεία αναλύσεων Outsell.
Η πλειοψηφία των αναλυτών συμφωνεί ότι προκειμένου να
εξασφαλίσουν οι εφημερίδες τη συνέχεια της λειτουργίας τους, κάτι
θα πρέπει να αλλάξει. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο σχόλιο του
Γουόρεν Μπάφετ, διακεκριμένου οικονομικού αναλυτή, που πρόσφατα
προειδοποίησε ότι οι εφημερίδες θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων
αν δεν βρουν νέο επιχειρηματικό μοντέλο, ενώ και ο πρώην υποψήφιος
πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, παρατήρησε ότι «οι εφημερίδες μοιάζουν
με είδος που απειλείται από εξαφάνιση».
Μεταξύ εκείνων που θεωρούν ότι η φύση της ψηφιακής πληροφορίας
και, κυρίως, ο πλούτος της στο Διαδίκτυο, δεν επιτρέπει τη χρέωση
της, συγκαταλέγεται ο εκδότης του περιοδικού Wired, Chris Anderson,
που δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη του στη γερμανική εφημερίδα Der
Spiegel, ότι «ίσως η δημοσιογραφία να μην πρέπει να θεωρείται πλέον
επάγγελμα, αλλά χόμπι». «Δεν υπάρχει κάποιος νόμος που να λέει ότι
οι αγορές δεν θα μεταβάλλονται ή ότι θα υπάρχουν για πάντα. Κάποτε
υπήρχαν οπλουργοί και μπαλωματήδες, τα πράγματα όμως αλλάζουν».
www.kathimerini.gr
με πληροφορίες The Guardian

