Αν σήμερα διεξαγόταν κυβερνοπόλεμος, οι ΗΠΑ θα έχαναν,
προειδοποίησε πρωην αξιωματούχος υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας.
Ο Μάικλ ΜακΚόνελ, αντιναύαρχος εν αποστρατεία που υπηρέτησε
διευθυντής εθνικής ασφάλειας στην κυβέρνηση του Τζόρτζ Μπους,
συνέκρινε ακόμη τον κίνδυνο ενός κυβερνοπολέμου με την πυρηνική
απειλή της Σοβιετικής Ένωσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. «Αν
πηγαίναμε σε κυβερνοπόλεμο σήμερα, θα χάναμε», είπε ο ΜακΚόνελ κατά
τη διάρκεια ακρόασης για τη διαδικτυακή ασφάλεια στην Επιτροπή
Εμπορίου, Επιστήμης και Συγκοινωνιών της Γερουσίας.»Είμαστε πολύ
ευάλωτοι, δεν είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι και έχουμε τα
περισσότερα να χάσουμε».
Η ακρόαση της περασμένης Τρίτης πραγματοποιήθηκε ένα περίπου
μήνα μετά τη διαδικτυακή επίθεση που δέχτηκε η Google και που έφερε
στην επιφάνεια όλα τα προβλήματα των αμερικανικών εταιρειών στην
αντιμετώπιση τέτοιων απειλών. «Η εθνική και οικονομική ασφάλεια
κινδυνεύουν», τόνισε ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών, Τζέι
Ρόκφελερ, πρόεδρος του πάνελ και υποστηρικτής νομοσχεδίου που
προωθεί τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη διαδικτυακή
ασφάλεια.
«Μία μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπίθεση θα μπορούσε να καταστρέψει
τις πιο κρίσιμες υποδομές της χώρας, ρεύματος, τηλεπικοινωνιών και
οικονομίας», σημείωσε ο Τζέιμς Λούις, ειδικός σε θέματα
κυβερνοασφάλειας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών και
επεσήμανε ότι απαιτείται κυβερνητική παρέμβαση για την αντιμετώπιση
των απειλών της «Άγριας Δύσης» του Ίντερνετ.
Η μεγαλύτερη απειλή για τις ΗΠΑ προέρχεται από τη διαδικτυακή
κατασκοπεία και το κυβερνοέγκλημα, είπε ο Λούις, χαρακτηρίζοντας τα
«τη μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια». «Σήμερα χάνουμε
πολλά περισσότερα λόγω κατασκοπείας, απ’ότι τη δεκαετία του 1940»,
σημείωσε.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Σκοτ Μπόργκ, διευθυντής της Μονάδας
Κυβερνοεπιθέσεων των ΗΠΑ, προειδοποίησε για τις οικονομικές
συνέπειες αυτών των επιθέσεων. «Οι κυβερνοεπιθέσεις ζημιώνουν ήδη
την αμερικανική οικονομία, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο νομίζουμε»,
τόνισε ο Μπόργκ. «Οι κλοπές επιχειρηματικών σχεδίων και μυστικών
δεν μπορούν να μετρηθούν, αλλά είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερες από
τις κλοπές προσωπικών δεδομένων και στοιχείων πιστωτικών
καρτών».
Ο ΜακΚόνελ τόνισε την ανάγκη εφαρμογής μιας εθνικής στρατηγικής
για τη διαδικτυακή ασφάλεια, που θα ταιριάζει με τη στρατηγική που
υιοθέτησαν οι ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ χαρακτήρισε ενθαρρυντικές
τις πρωτοβουλίες του Μπαράκ Ομπάμα για το διορισμό ενός ανθρώπου
που θα συντονίσει αυτές τις προσπάθειες.
«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα ξοδεύει περισσότερα κάθε χρόνο στην
πυραυλική άμυνα σε σχέση με την διαδικτυακή ασφάλεια» επεσήμανε,
«παρά την προοπτική πραγματοποίησης επιθέσεων που θα μπορούσαν να
καταστρέψουν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και να θέσουν σε
κίνδυνο την ευημερία της χώρας».
Ο ίδιος ζήτησε, τέλος, τη δημιουργία ενός Εθνικού Κέντρου
Κυβερνοασφάλειας, στα πρότυπα του Εθνικού Κέντρου Αντιμετώπισης
Τρομοκρατίας που συστάθηκε μετά τις επιθέσεις τις 11ης Σεπτεμβρίου
2001 σε Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον. Το κέντρο θα ενσωματώνει στοιχεία
της προτεινόμενης από το Πεντάγωνο Κυβερνητικής Διοίκησης, του
Τμήματος Εθνικής Διαδικτυακής Ασφάλειας και του FBI.
www.kathimerini.gr
με πληροφορίες Γαλλικό Πρακτορείο

