«Η Κίνα δεν έχει Ίντερνετ, αλλά ένα μεγάλο intranet. Όλα είναι
αποκλεισμένα από το Μεγάλο Firewall» λέει η Σέρμαν Σο, μία εκ των
συντελεστών του βιβλίου «Red Wired: Η Διαδικτυακή Επανάσταση της
Κίνας».
Με 338 εκατομμύρια χρήστες τον Ιούνιο του 2009, σύμφωνα με το
Κέντρο Διαδικτυακών Πληροφοριών της Κίνας, η Κίνα αποτελεί μία από
τις ισχυρότερες αγορές του πλανήτη: όπως έδειξε έρευνα του
Economist, η δεύτερη πιο κοινή γλώσσα στο Ίντερνετ αυτή τη στιγμή
είναι η κινεζική, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος απέναντι στην
πρώτη (αγγλική).
Ως συντάκτρια τεχνολογικών θεμάτων για τη South China Morning
Post (ημερήσια αγγλόφωνη εφημερίδα στο Χονγκ Κονγκ), η Σο
παρακολουθεί την ανάπτυξη του Ίντερνετ στη χώρα εδώ και μία
δεκαετία.
Το συμπέρασμά της είναι ότι, παρά τη μεγάλη ανάπτυξη που έχει
σημειωθεί μέσα σε αυτά τα χρόνια, υπάρχει μεγάλο χάσμα όσον αφορά
τις online κουλτούρες εντός και εκτός των συνόρων της χώρας.
«Το πληροφοριακό κενό ανάμεσα σε αυτούς που είναι από αυτό το
μέρος του κόσμου (Κίνα) και αυτούς που είναι από αλλού είναι
χαώδης» αναφέρει σχετικά, συμπληρώνοντας πως «έχω μιλήσει σε
πολλούς επενδυτές, αναλυτές και επισκέπτες στο Χονγκ Κονγκ, και δεν
έχουν την παραμικρή ιδέα σχετικά με το τι συμβαίνει στην Κίνα.
Κάνουν τις πιο ανόητες ερωτήσεις για την Κίνα και το Ίντερνετ».
Το «Red Wired» περιέχει τις ιστορίες τοπικών κινεζικών εταιρειών
οι οποίες ξεκίνησαν με περιορισμένα (αρχικά) μέσα και κατέληξαν να
γίνουν πιο ισχυρές από ξένες φίρμες, οι οποίες, αν και ήταν
εξαιρετικά επιτυχημένες στο εξωτερικό, δεν τα κατάφεραν ιδιαίτερα
καλά όταν εισήλθαν στην κινεζική αγορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα
αποτελεί η περίπτωση της πιο δημοφιλούς κινεζικής μηχανής
αναζήτησης, Baidu, η οποία έχει εκτοξεύσει κατηγορίες εναντίον της
Google China επειδή «δεν ξέρει κινεζικά» : η Google, στη
συγκεκριμένη περίπτωση, είχε συγκεντρωθεί περισσότερο στην προσφορά
ισχυρών τεχνολογικών μέσων, παρά στη δημιουργία μίας δυνατής, από
γλωσσικής πλευράς, βάσης στην ντόπια αγορά- με αποτέλεσμα η χρήση
των κινεζικών από πλευράς της να είναι προβληματική. Το αποτέλεσμα:
ο «Γολιάθ» (Google) να χάνει πανηγυρικά από το Δαβίδ (Baidu), καθώς
τα ποσοστά αγοράς είναι αντίστοιχα 28% και 63%.
Παρόλα αυτά, η κινεζική διαδικτυακή κοινότητα έχει ακόμα μεγάλα
περιθώρια βελτίωσης, καθώς μόνο το 23% του συνόλου έχει πρόσβαση
στο Ίντερνετ. Από αυτό το ποσοστό, το 67% είναι κάτω των 30 ετών,
το 73% έχει μόρφωση επιπέδου λυκείου ή χαμηλότερη, το 33% είναι
φοιτητές και το 28% εμπίπτει μισθολογικά στη βαθμίδα των 75
δολαρίων (ή λιγότερο) την εβδομάδα.
Το 78% συνδέεται από το σπίτι, ενώ ένα 42% συνδέεται συχνά από
Ίντερνετ καφέ. Ένα 84% συνδέεται κυρίως για να ακούσει μουσική, ενώ
μόλις ένα 57% ασχολείται με τα email του. Κοινώς: για την
πλειοψηφία των Κινέζων το Ίντερνετ συνδέεται με την έννοια της
διασκέδασης/ ψυχαγωγίας, όχι της εργασίας.
Από αυτά τα δεδομένα εξάγεται το συμπέρασμα πως το «ζωντανό»
καταναλωτικό κοινό, που αποτελεί τον κύριο στόχο των διαδικτυακών
επιχειρήσεων στη χώρα είναι απευθύνεται σε νεαρές ηλικίες, που
έχουν αρκετό ελεύθερο χρόνο. Ως εκ τούτου, οι πλέον επιτυχημένες
επιχειρήσεις του χώρου είναι αυτές που υιοθετούν επιτυχημένα δυτικά
μοντέλα, καθώς είναι «δοκιμασμένα» και εγγυώνται επιτυχία στον
τομέα της ψυχαγωγίας, αλλά τα προσαρμόζουν στα κινεζικά
δεδομένα.
Η Tencent, που ελέγχει το 77% του συνόλου της αγοράς υπηρεσιών
instant messaging είναι η μεγαλύτερη διαδικτυακή εταιρεία στη χώρα.
«Αυτό που έκανε τον Πόνι Μα (ιδρυτή της εταιρείας) να ξεχωρίσει
είναι το ότι είδε την υπηρεσία του, QQ, διαφορετικά από άλλες
αντίστοιχες υπηρεσίες (MSN, Yahoo)» λέει σχετικά η Σο. «Αυτοί
αντιμετώπιζαν το instant messaging ως μέσον αμφίδρομης
επικοινωνίας, επομένως του έδωσαν όσο το δυνατόν περισσότερες
δυνατότητες. Στόχευσαν στους εύρωστους οικονομικά χρήστες,
σκεπτόμενοι πως έτσι θα προσελκύσουν και διαφημίσεις, κάτι που θα
άνοιγε το δρόμο για περισσότερες υπηρεσίες. Ο Μα σκέφτηκε
διαφορετικά. Το QQ στόχευσε εξαρχής σε χρήστες με μικρές
οικονομικές δυνατότητες- παιδιά, εργάτες εργοστασίων. Δεν θέλουν
υψηλές δυνατότητες, μπαίνουν στο Ίντερνετ για να σκοτώσουν το χρόνο
τους, για να ψυχαγωγηθούν, για να μιλήσουν με φίλους, όχι για
δουλειά».
«Θαλάσσιες Χελώνες»
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του κινεζικού μοντέλου ανάπτυξης του
Ίντερνετ είναι η εκτεταμένη πείρα των ιδρυτών των επιτυχημένων
εταιρειών σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό, πριν επιστρέψουν στην Κίνα
για να ανοίξουν τις δικές τους εταιρείες. Ένας μετανάστης ο οποίος
επιστρέφει στην Κίνα από χώρες πέραν του ωκεανού ονομάζεται στη
διάλεκτο των μανδαρίνων ως «χαϊ γκούι» – έκφραση που ηχητικά
θυμίζει πολύ τον όρο της ίδιας διαλέκτου για τη θαλάσσια χελώνα.
Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι Ρόμπιν Λι (Baidu), Τσαρλς Ζανγκ (Sohu)
και Τζέημς Λιάνγκ (Ctrip).
«Οι ‘θαλάσσιες χελώνες’ φέρνουν νέες ιδέες, όπως η μηχανή
αναζήτησης» αναφέρει σχετικά η Σο.
«Ο Ρόμπιν Λι ήταν ένας μηχανικός με μία ευρεσιτεχνία μηχανισμού
αναζήτησης και ήθελε να στήσει μία κινεζική μηχανή. Έφερε την ιδέα,
την τεχνολογία και τα λεφτά. Πήγε στη Σίλικον Βάλεϊ για να μαζέψει
λεφτά και επέστρεψε με 1,2 δισεκατομμύρια. Μετά επέστρεψε στην Κίνα
και συγκέντρωσε φοιτητές και καθηγητές από το πανεπιστήμιο του
Πεκίνου. Έφτιαξε το Baidu μέσα σε ένα χρόνο».
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από CNN

