Αλέξης Σταμάτης: «Το «ζωντανό» βιβλίο δεν
αντικαθίσταται»
Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι στο μέλλον το βιβλίο θα
πεθάνει. Οχι για ρομαντικούς λόγους, αλλά διότι πρόκειται για ένα
από τα πιο ευφυή και λειτουργικά «τεχνουργήματα» στην ιστορία του
πολιτισμού. Από την άλλη, δεν είμαι καθόλου τεχνοφοβικός. Νομίζω
ότι μακροπρόθεσμα το παραδοσιακό βιβλίο θα συνυπάρξει αρμονικά με
την ψηφιακή του εκδοχή. Στο μέλλον, με όλες τις απίθανες τεχνικές
βελτιώσεις που αναμένουμε, το e-books θα είναι πλέον κοινός τόπος.
Στα ατού το βάρος, η χωρητικότητα και η τιμή που διαρκώς θα πέφτει.
Στα μείον το ότι το «ζωντανό» βιβλίο θα έχει πάντοτε μια άλλη χάρη.
Δεν αντικαθίσταται.
Εκείνο, βέβαια, που πρέπει να συζητηθεί οπωσδήποτε είναι το θέμα
των συγγραφικών δικαιωμάτων και η εξασφάλιση του δημιουργού.
Μάνος Κοντολέων: «Δεν ζούμε τις αλλαγές, δεν προλαβαίνουμε
να τις γνωρίσουμε»
Μέσα στα περίπου 60 χρόνια που ζω, έχω δει τις μεγάλες αλλαγές
που έφερε στη ζωή όλων μας η τεχνολογία. Από το μοναδικό τηλέφωνο
της γειτονιάς στα κινητά κάθε μέλους της οικογένειας. Από τη
χειροκίνητη γραφομηχανή στο laptop. Από το ταχυδρομείο στο
διαδίκτυο. Tώρα πια δεν ζούμε τις αλλαγές, δεν προλαβαίνουμε να τις
γνωρίσουμε, να δεθούμε κατά κάποιον τρόπο μαζί τους.
Γι’ αυτό και τα άτομα που σήμερα είναι από 40 χρόνων και πάνω,
θα είναι δύσκολο να αντικαταστήσουν το έντυπο βιβλίο με το ψηφιακό.
Αλλά για τις νεότερες γενιές, νομίζω πως το κλασικής μορφής βιβλίο
θα τους είναι όπως σ’ εμάς εκείνες οι συσκευές τηλεφώνων δίχως
πλήκτρα – δηλαδή δύσχρηστο.
Ευγένιος Τριβιζάς: «Eίναι βλάσφημο να μπαίνει μια βιβλιοθήκη
στην τσέπη ενός τζιν»
Θέλω να ελπίζω ότι το έντυπο βιβλίο δεν θα έχει την τύχη του
τρένου, αλλά την τύχη του αλόγου. Το αυτοκίνητο έχει εξαλείψει το
άλογο ως μέσο μεταφοράς, αλλά εξακολουθεί να συνυπάρχει με το
τρένο. Οπως η τηλεόραση δεν έχει εκτοπίσει το ραδιόφωνο, έτσι και
το έντυπο ίσως καταφέρει να συνυπάρξει με το ηλεκτρονικό βιβλίο,
τουλάχιστον για τη δική μας γενιά. Και αυτό επειδή για πολλούς,
όπως και για μένα προσωπικά, το έντυπο προσφέρει όχι μόνο
διανοητικές, αλλά και αισθησιακές απολαύσεις. Η αφή της υφής του
χαρτιού, το ξεφύλλισμα, η οσμή του μελανιού είναι μέρος της
ακατανίκητης έλξης του. Το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν προκαλεί τέτοιες
φετιχιστικές διαθέσεις, να το μυρίσεις και να το θωπεύσεις. Βέβαια,
είναι παιχνιδάκι για τη σύγχρονη τεχνολογία να λανσάρει για την
αγορά των αθεράπευτων βιβλιοφετιχιστών ηλεκτρονικά βιβλία που θα
μιμούνται τις παραδοσιακές ή θα αναδίδουν νέες οσμές εξωτικών
μελανιών, ακόμα πιο ελκυστικές.
Τις τελευταίες φορητές συσκευές ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων
τις βλέπω σαν μια εντυπωσιακή εξέλιξη του βιβλίου τσέπης. Με τις
απεριόριστες δυνατότητες ψηφιακού περιεχομένου, δεν θα κυκλοφορούμε
σε λίγο με βιβλία τσέπης, αλλά με «βιβλιοθήκες τσέπης» στο σακάκι
μας, κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια. Μια ολόκληρη βιβλιοθήκη
στην τσέπη ενός μπλου-τζιν είναι κάπως βλάσφημο, αλλά εφικτό.
Χρήστες που δεν αρέσκονται να διαβάζουν από οθόνες, θα μπορούν
κάλλιστα να τυπώνουν το βιβλίο στον εκτυπωτή τους και να το δένουν
οι ίδιοι σε βιβλιοδετικές μηχανές που σε λίγα χρόνια θα είναι
διαθέσιμες σε πολύ χαμηλές τιμές, εκτοπίζοντας τυπογράφους και
βιβλιοδέτες. Εκεί όμως που το ηλεκτρονικό βιβλίο θα θριαμβεύσει
είναι ο χώρος της εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας.
Σπουδαστές και ερευνητές, αντί να τρέχουν από βιβλιοθήκη σε
βιβλιοθήκη, αντί να ξεφυλλίζουν δεκάδες τόμων για να βρουν το υλικό
που τους ενδιαφέρει, αντί να περιμένουν από κάποια βιβλιοθήκη στην
άλλη άκρη του κόσμου να ταχυδρομήσει φωτοτυπίες ή αντίτυπα βιβλίων
στην τοπική τους, θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε ό,τι επιθυμούν με
μια απλή ηλεκτρονική αναζήτηση.
Οσο για τα πνευματικά δικαιώματα, αν και υπάρχουν τρόποι
προστασίας τους, ενδέχεται να υποστούν και αυτά ένα λιγότερο ή
περισσότερο ισχυρό πλήγμα. Πρέπει όμως να το πάρουμε απόφαση. Κάθε
τεχνολογική πρόοδος προσφέρει ευκαιρίες, αλλά επιφυλάσσει
κινδύνους. Οπως και να ‘χει το πράγμα, ματαιοπονούμε εάν νομίζουμε
ότι μεμψιμοιρώντας μπορεί να την αναχαιτίσουμε.
Τα αυτοκίνητα σκοτώνουν πιο πολλούς ανθρώπους, ρυπαίνουν την
ατμόσφαιρα και προκαλούν περισσότερα δεινά από ό,τι τα άλογα, αλλά
ελάχιστοι νοσταλγοί θα άλλαζαν το αυτοκίνητό τους για ένα άλογο,
εκτός βέβαια αν ήταν άλογο ιπποδρόμου. Στην ιπποδρομία, όμως, του
έντυπου και ηλεκτρονικού βιβλίου λίγοι θα πόνταραν πλέον στη νίκη
του τελευταίου.
Γιάννης Ξανθούλης: «Είναι μαραφέτια για όσους δεν διάβασαν
τίποτα άλλο εκτός από τα μηνύματα στο κινητό»
Δυστυχώς περικυκλώνομαι από την τρέχουσα τεχνολογία, την οποία
αγνοώ ή κάνω πως αγνοώ προτάσσοντας τον κλασικό τρόπο συγγραφής.
Δηλαδή, χαρτί και μολύβι. Δεν πίστεψα ποτέ πως η τεχνολογία λύνει
ουσιαστικά προβλήματα και ίσως γι’ αυτό αντιπαθώ τόσο αυτό που
ονομάζουν «επιστημονική φαντασία» σε όλους τους τομείς και
ιδιαίτερα στη λογοτεχνία. Ο άνθρωπος, ο αναγνώστης στο προκείμενο,
παραμένει πάντα το ίδιο ευάλωτος. Γι’ αυτό και τα ηλεκτρονικά
βιβλία και τα σχετικά κουραφέξαλα, που τόσο περήφανα είδα να
παρουσιάζουν και οι δικοί μας εκδότες, με αφήνουν παγερά αδιάφορο.
Αυτά είναι παιχνίδια-μαραφέτια για όσους δεν διάβασαν τίποτα άλλο
εκτός από τα μηνύματα στο κινητό τους. Μπορεί να ακούγομαι ως
υπήκοος της Λίθινης εποχής, αλλά προτιμώ το λίθο από το πλαστικό
τούβλο.
Αντίθετα, βρίσκω απαραίτητη την ανάγνωση βιβλίων σε CD -εδώ η
τεχνολογία με βρίσκει σύμφωνο- για ανθρώπους εγκλωβισμένους με μια
αναπηρία ή εθισμένους να ακούν αντί να διαβάζουν.
Πέτρος Μάρκαρης: «Το e-book στερείται αισθητικής
αυτονομίας»
Το βιβλίο δεν είναι μόνο μέσο ψυχαγωγίας ούτε μόνο μέσο
στοχασμού και γνώσης. Ενα βιβλίο είναι και αισθητικό προϊόν. Κάθε
βιβλίο διαφέρει από το άλλο ως προς το χαρτί, τη σελιδοποίηση, το
μελάνι, το εξώφυλλο. Κάθε βιβλίο μυρίζει διαφορετικά. Οπως δεν
υπάρχουν δύο όμοιοι άνθρωποι, έτσι δεν υπάρχουν και δύο όμοια
βιβλία. Αντίθετα, αυτό που χαρακτηρίζει το e-book είναι κατ’ αρχάς
η ομοιομορφία. Εστω και αν του αλλάξεις γραμματοσειρές, ακόμα και
σχήμα σελίδας, το e-book στερείται αισθητικής αυτονομίας. Αυτό δεν
έχει σχέση με τη χρηστική ευελιξία, αλλά με την αισθητική
ικανοποίηση του χρήστη. Υπάρχουν (ή θα υπάρχουν μελλοντικά) e-books
που θα αποθηκεύουν μέχρι και 2.500 βιβλία. Ωραία, και τι θα βάλουμε
στο σπίτι μας στη θέση της βιβλιοθήκης; Αλλο αισθητικό πρόβλημα. Θα
μου πείτε, μπορούμε να βάλουμε ένα τζάκι, το οποίο στη διακόσμηση
εσωτερικών χώρων παίζει σήμερα το ρόλο μαϊντανού. Ή θα μπορούσαμε
να βάλουμε θερμαινόμενη πισίνα, που τώρα τις βάζουμε μέχρι και στο
πατάρι. Ξέρω ότι αδικώ συνειδητά το e-book και δεν το αξίζει.
Κάποια στιγμή, όμως, θα πρέπει να σκεφτούμε ορισμένες επιπτώσεις
που δημιουργεί, πέρα από τα συγγραφικά δικαιώματα, τα οποία στο
κάτω-κάτω κάποιοι καπάτσοι δικηγόροι θα τα λύσουν έτσι κι
αλλιώς.
Αύγουστος Κορτώ: «Γράφω στον υπολογιστή, διαβάζω στο
χαρτί»
Εσχάτως, πλήθος Κασσάνδρες έχουν αρχίσει να μοιρολογάνε το
βιβλίο, με αφορμή τα ψηφιακά υποκατάστατα και τα κατεβάσματα απ’ το
διαδίκτυο. Η άποψή μου: υστερίες. Το βιβλίο δεν είναι ένα
παρωχημένο format, όπως το βινύλιο, η κασέτα και η βιντεοκασέτα –
καθώς, εξαιρουμένης της αναζήτησης συγκεκριμένων όρων (που και αυτή
είναι εφικτή στα βιβλία με ευρετήριο), το παραδοσιακό,
τρισδιάστατο, χάρτινο μέσο επ’ ουδενί δεν δυσχεραίνει την ανάγνωση.
Και μιλώντας για οθόνες: Ως ένας απ’ τους αμέτρητους ανθρώπους που
περνάνε οκτώ και πλέον ώρες την ημέρα βιδωμένοι στον υπολογιστή,
όταν επιτέλους κάνω το ευλογημένο τελικό save σε δίσκο και φλασάκι,
τα κατάκοπα, μυωπικά μου μάτια αποζητούν τη χάρτινη σελίδα όπως ο
διψομανής το σφηνάκι, και στην ιδέα και μόνο να τηράω επί ώρες μιαν
άλλη οθόνη, φρίττω. (Και μιλώ εκ πείρας – το ‘χω δει το γκατζετάκι
με την «οθόνη σαν χαρτί» και δεν θα το ‘δινα ούτε στον χειρότερο
εχθρό μου.)
Πιθανώς να υπάρχουν οφέλη απ’ τη συγκέντρωση/συμπύκνωση λεξικών,
εγκυκλοπαιδειών και άλλων βιβλίων αναφοράς σ’ ένα γρήγορο, εύχρηστο
database, αν και πάλι πολύ αμφιβάλλω ότι θα δούμε τέτοια θάματα στο
Ελλάντα, με ελληνικές εγκυκλοπαίδειες. Τέλος, το θέμα
κόστους/διαφυγής κερδών. Το βιβλίο είναι το φθηνότερο πολιτιστικό
προϊόν (ή αγαθό, για τους μυγιάγγιχτους). Οταν το σινεμά κοντεύει
να φτάσει το δεκάρι (για ταινίες της πλάκας, σε αίθουσες της
πλάκας) και η μουσική βιομηχανία εξακολουθεί να πουλάει μουσική
τρίτης διαλογής είκοσι ευρώ το μισάωρο, είναι εύλογο κόσμος και
ντουνιάς να κατεβάζει με λύσσα. Τουτέστιν, ψυχραιμία, αδέλφια μου
βιβλιοφάγοι. Το βιβλίο δεν πεθαίνει έτσι εύκολα.
Πηγή: Περιοδικό «Κ»

