Athens by night
O ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
ΚΟΒΕΙ ΒΟΛΤΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ
«SEX & THE CITY»
ΓΥΝΑΙΚΑ, τεύχος 44, Ιανουάριος
2012
Τη γνώρισα μέσα από το παλιό καλό facebook. Είχα να κάνω με
δασκάλα από την Κομοτηνή, που είχε μόλις διοριστεί στην Αθήνα και
ένιωθε μόνη κι αβοήθητη στην αχανή πρωτεύουσα. Ανταλλάξαμε
τηλέφωνα, αφού πρώτα -όπως εννοείται- διέτρεξα τις φωτογραφίες στο
προφίλ της. Φαινόταν όμορφη γυναίκα, με ωχρή επιδερμίδα, ξανθά
μαλλιά και σλαβικά ζυγωματικά. Αρχισα να την πολιορκώ με μηνύματα,
ζητώντας κάποιο ραντεβού για να γνωριστούμε και από κοντά. Εκείνη
όμως δεν σταμάτησε να κρύβεται πίσω από απίστευτες δικαιολογίες.
Δεν έβρισκε διαμέρισμα του γούστου της, βασανιζόταν από τους Ρώσους
(ξέρετε εσείς οι γυναίκες), κουραζόταν στο σχολείο – εκείνο τον
καιρό οι δημόσιοι υπάλληλοι αναλάμβαναν οτιδήποτε προκειμένου να μη
χάσουν τη δουλειά τους. Εγώ περίμενα σαν τη μυγαλή, εκείνη την
αράχνη που έκανε μυθιστόρημα ο Τιερί Ζονκέ και ύστερα ταινία ο
Αλμοδόβαρ, με τίτλο «Το δέρμα που κατοικώ». Ετσι κύλησε ένας
περίπου μήνας. Ωσπου η Νατάσα μού ανακοίνωσε ότι είχε βρει
επιτέλους διαμέρισμα και ότι επομένως θα μπορούσαμε να
συναντηθούμε.
φαγητό.
Αθήνα».
Στο Ραέτι της φίλης μου της Αγάπης από τα Ανώγεια, όπου μπορεί να
συναντούσαμε τον Ψαραντώνη, ή στην Κρήσσα Γη στο Μαρούσι, όπου
πιθανότατα θα βλέπαμε τον Χαρούλη; Γινόταν άραγε να αγνοήσω το
κοσμοβριθές Αλάτσι με το γαμοπίλαφο του βοσκού; Ηταν σώφρον να
παραβλέψω τον Κατσούρμπο με την καλλιτεχνική αισθητική του ή το
Μεϊντάνι με τους υπέροχους χοχλιούς; Κι αν η δασκάλα με τα χρυσά
μαλλιά ήθελε να δει από κοντά τον ηθοποιό Παρτσαλάκη; Μήπως όφειλα
τότε να την ταξιδέψω έως τον Αλιμο, για να την πάω στο
Τζουγκρί;
ό,τι τρως. Επειδή αλλιώς φτιάχνουν τη μαραθόπιτα στο Ρακάκι και
αλλιώς στο Αρισμαρί.
κάνουμε συχνά σιρκουί γευσιγνωσίας στο κλεινόν άστυ (στην πόλη του
κλέους, της δόξας). «Ανοιξε μια εκπληκτική ταβέρνα με κρητική
κουζίνα», με πληροφόρησε σαν από μηχανής θεά.
τόπο πρώτου ραντεβού. Ηλπιζα όμως να μη με ρωτήσει σχετικά η
δασκάλα.
ρώτησε.
στις παρυφές του Γκαζοχωρίου. Το έχει μια Κρητικοπούλα, η Βίκυ.
Μαγειρεύει μάλιστα η ίδια και για τα φαγητά της αξίζει πράγματι τον
κόπο να ψάξετε για πάρκινγκ στην περιοχή. Εμείς φάγαμε πάντως
βασιλικά και κλείσαμε το δείπνο μας με λουκουμάδες.
προτείνω ένα τελευταίο ποτό εκεί κοντά, η δασκάλα με κοίταξε με
μάτια υγρά (από την αλκοόλη) και μου είπε: «Σε ευχαριστώ. Μου άρεσε
πολύ το μαγαζί. Το άλλο Σάββατο έρχεται ο αγαπημένος μου από την
Κομοτηνή και τώρα ξέρω πού θα τον πάω».
προτίμησα να τρέξω –μόνος- για το τελευταίο μετρό.
Τιμή κατ’ άτομο: € 20.

