Who’s that girl?
H CHARLOTTE RONSON, Η ΑΦΑΝΗΣ ΜΕΧΡΙ
ΠΡΟΤΙΝΟΣ ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ SAMANTHA -ΓΝΩΣΤΗΣ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ
LINDSAY LOHAN- ΚΑΙ ΤΟΥ MARK -ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΚΑΙ
ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΤΗΣ AMY WINEHOUSE-, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΕΟ SUCCESS STORY ΤΗΣ
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΜΟΔΑΣ
Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011
Το προσωπικό της label C.Ronson (
φιλοξενείται στα ράφια των πιο cool καταστημάτων σε Αμερική και
Ασία. Τα ρούχα που σχεδιάζει για εταιρείες όπως οι Urban
Outfitters, Uniqlo και J.C.Penney πωλούνται σαν ζεστό ψωμάκι. Σε
συνεργασία με την Sephora λάνσαρε πριν από λίγες ημέρες την
προσωπική της σειρά μακιγιάζ και προιόντων για τα μαλλιά και το
σώμα, Charlotte Ronson Beauty. Ακόμα και σε επεισόδιο του «Gossip
girl» εμφανίστηκε.Ομως, η Σάρλοτ Ρόνσον παραμένει συγκριτικά
άγνωστη. Παρά το γεγονός ότι είναι ένα από τα πιο καλά δικτυωμένα
μέλη της χρυσής νεολαίας της Νέας Υόρκης, παρά την μακριά λίστα των
επώνυμων φίλων της, η παρουσία της είναι διακριτική. Καμία από τις
σχέσεις της δεν «ξεστράτησε» όπως το ειδύλιο της αδερφής της, της
dj και τραγουδίστριας Σαμάνθα Ρόνσον, με την Λίντσεϊ Λόχαν. Ούτε
βραβεύτηκε ποτέ με Grammy, όπως ο αδερφός της, Μαρκ Ρόνσον, ο
οποίος έκανε την παραγωγή του άλμπουμ «Back to Black» της Εϊμι
Γουάινχαουζ. Ακόμα και στα διαφημιστικά video για τις κολεξιόν
C.Ronson πρωταγωνιστεί η ετεροθαλής αδερφή της, Αναμπελ Ντέξτερ –
Τζόουνς.Γεννημένη στο Λονδίνο, η Σάρλοτ Ρόνσον μεγάλωσε σε ένα
προνομιούχο περιβάλλον, ανάμεσα σε ανθρώπους που αποτελούσαν μέλη
της καλλιτεχνικής και οικονομικής ελίτ της Νέας Υόρκης. Η μητέρα
της, Αν Ντέξτερ Τζόουνς, είναι σχεδιάστρια κοσμημάτων και «γυναίκα
του κόσμου» και ο πατριός της, Μικ Τζόουνς, ήταν μέλος της ροκ
μπάντας Foreigner. Στους φίλους τους συγκαταλέγοναν ο Πολ και η
Λίντα (ΜαΚάρτνεϊ), ο Κουίνσι (Τζόουνς) και η Πέγκι (Λίπτον), ο
Λάιονελ (Ρίτσι) και ο Μαίκλ (Ντάγκλας). Ομως, η -όχι και τόσο-
νεαρή σχεδιάστρια δεν βιάζεται να εκμεταλλευτεί τις γνωριμίες της
και προσπαθεί να κατακτήσει το στερέωμα της μόδας με τον δικό της
τρόπο: Ενα συνδυασμό grunge, κοριτσίστικης αθωότητας και
παιγνιώδους διάθεσης. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, τα καταφέρνει.

