Γιάννης Στάνκογλου
ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ «ΝΗΣΙ»
ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» ΑΛΛΑ
ΚΑΙ ΜΕ ΜΠΟΛΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ, ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ, ΜΑΣ ΕΠΙΦΥΛΑΣΣΕΙ
ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ…
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Φωτογραφίες Charlie Makkos
Υπήρξε πολυτεχνίτης αλλά όχι… ερημοσπίτης. Εγινε ηθοποιός αργά
και… κατά τύχη – ίσως γι’ αυτό του λείπει η επιτήδευση ή το τουπέ
μερικών συναδέλφων του. Καθιερώθηκε όμως αρκετά γρήγορα – ας
όψονται η φάτσα, η αύρα, το χάρισμα.Αφού θήτευσε ως φυσιογνωμία σε
πολλά γνωστά σίριαλ («10η Εντολή», «Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα»,
«Αληθινοί έρωτες», το «Νησί»), σήμερα επενδύει δυναμικά στο θέατρο
και βέβαια στο σινεμά, στο οποίο φέτος θα έχει την τιμητική του.
Για την ακρίβεια, πέντε ταινίες -καινούργιες αλλά και λίγο
παλιότερες- αναμένεται να βγουν στις αίθουσες μέχρι τα
Χριστούγεννα, μ’ εκείνον πρωταγωνιστή. Από την άλλη, το θεατρικό
«Τρίτο στεφάνι» παίζεται ξανά στο Παλλάς, με τον Στάνκογλου σε
κύριο ρόλο. Τέλος, ο ηθοποιός ετοιμάζει «κάτι καινούργιο,
ξεχωριστό», αλλά δεν το αποκαλύπτει ακόμα «για να μην το
γρουσουζέψει».Στις κοινωνικές επαφές δείχνει πάντως θεληματικός,
ριψοκίνδυνος. Αρα ο Γιάννης Στάνκογλου θα μπορούσε να κάνει άνετα
τον Καζανόβα. Δηλώνει όμως «σκλάβος» σ’ έναν έρωτα τρανό, που δεν
λέει να παλιώσει – τον έρωτά του για τη γυναίκα του, τη σκηνοθέτιδα
Αλίκη Δανέζη. Κοντά σ’ αυτόν έχει μάλιστα προστεθεί ένας δεύτερος,
για τη Φοίβη, τη δίχρονη κορούλα του. Νιώθει λοιπόν ευνοημένος,
απόλυτα ικανοποιημένος τόσο με την επαγγελματική του εξέλιξη όσο
και με την προσωπική του ζωή. Παραμένει ωστόσο ανήσυχος και μας
καλεί «να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας, όσο ακόμα
μπορούμε».
επιτυχίας στη σωστή δόση: συγγραφέα, σκηνοθέτη, καστ, συνθήκες και
βέβαια μια δυνατή υπόθεση με πολλές αλληγορικές ερμηνείες – εφόσον
σχεδόν κάθε κοινωνία και εποχή έχει τους δικούς της “λεπρούς”. Ηταν
εμπειρία αλησμόνητη. Οχι μόνο από καλλιτεχνικής πλευράς, αλλά και
για τις ρακές, τους κρητικούς μεζέδες, τη θάλασσα!».
μπορεί να μην ήταν τόσο ειδυλλιακή όσο νομίζουμε, αλλά σίγουρα ήταν
πιο αυθεντική. Και ίσως τελικά να μην είναι τόσο μακρινή. Με την
ύφεση, την ένταση και την κοινωνική αποδιοργάνωση επιστρέφουμε
ολοταχώς στο τότε…».
και όσοι ανέχτηκαν την κατάσταση. Διαφωνώ όμως με τη λογική τού “
μαζί τα φάγαμε”. Προσωπικά ήμουν πάντα έντιμος και συνεπής μέχρι
βλακείας. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους με τους οποίους
συναναστρέφομαι. Πάντως, πέρα από τις ελληνικές ιδιαιτερότητες,
αυτό που ζούμε σήμερα παγκοσμίως είναι ένας οικονομικός
ολοκληρωτισμός με επίφαση δημοκρατική. Οι πολιτικοί είναι πλέον
μαριονέτες, άλλοι μας κυβερνούν. Ας πάρουμε λοιπόν την τύχη μας στα
χέρια μας, όσο ακόμα μπορούμε».
τρομακτικές. Και δεν εννοώ τους καλοπληρωμένους καλλιτέχνες των
επιδοτήσεων, οι οποίοι θα μείνουν στα κρύα του λουτρού. Μιλάω για
την υποβάθμιση μουσείων, φεστιβάλ, δρώμενων, της ίδιας της παιδείας
βασικά, χωρίς την οποία δεν νοείται πολιτισμός. Ταυτόχρονα βεβαίως,
επειδή η τέχνη αγαπά την αναταραχή, είναι ευκαιρία να βάλεις το
μυαλό σου να δουλέψει διαφορετικά, να το κάνεις να γεννήσει
καινούργια πράγματα».
διαφορετικές δουλειές, από νύχτα μέχρι οικοδομή. Ας πούμε, στα 22
μου έβαζα μονώσεις στους σταθμούς του μετρό, ώσπου απολύθηκα λόγω
περικοπών… Τουλάχιστον με αποζημίωσαν! Τότε βρέθηκα σε αμηχανία,
δεν ήξερα τι να κάνω. Ωσπου κάποιοι φίλοι με πίεσαν να πάω για
ηθοποιός. Δεν το είχα σκεφτεί πριν, αλλά πάντα έβλεπα πολύ θέατρο.
Πείστηκα λοιπόν, έδωσα εξετάσεις σε δύο σχολές, προς έκπληξή μου
πέρασα και στις δύο, και κατέληξα στη σχολή του Γιώργου Κιμούλη.
Αρχικά έτρεμαν τα πόδια μου, είχα μηδενική αυτοπεποίθηση, αλλά
βρήκα με τον καιρό».
ρόλου;
Το ζήτημα είναι να πετύχει η μείξη με τον σκηνοθέτη, τον διευθυντή
φωτογραφίας, τον ηχολήπτη, τον μοντέρ, τους άλλους ηθοποιούς και
λοιπούς συνεργάτες. Μπορεί να σου προσφέρουν ανεκτίμητη βοήθεια,
αλλά μπορούν και να σε κάψουν!».
μόνιμα;
σημερινή γυναίκα μου. Από την άλλη, είχα ήδη αρχίσει με την
ηθοποιία εδώ και αντικειμενικά δεν μπορούσα να τη συνεχίσω εκεί.
Επιπλέον, την Ελλάδα δύσκολα την αλλάζω, παρ’ όλα τα στραβά της. Τι
νοσταλγώ; Τις βόλτες στη Νέα Υόρκη, τον κόσμο, την ενέργεια, το
κέφι, έναν καφέ στο Μανχάταν, μια παράσταση του Πίτερ Μπρουκ. Τι με
χάλασε; Η αποθέωση της ιδιωτικότητας, η τυραννία της πολιτικής
ορθότητας, η απολιτίκ στάση».
σκηνοθέτες που ξεχωρίζουν – Λάνθιμος, Οικονομίδης, Γιάνναρης,
Κούτρας. Δεν κατάφερε όμως ακόμα να αποκτήσει μια ταυτότητα, να
εκφράσει πειστικά τις σύγχρονες αναζητήσεις».
της συζύγου! Πώς είναι να σε σκηνοθετεί η γυναίκα σου;
πορεία ωστόσο τα βρήκαμε και τώρα πια ένα βλέμμα αρκεί για να
συνεννοηθούμε. Ετσι κι αλλιώς, η Αλίκη είναι πάντα ο πρώτος μου
κριτής. Είναι επίσης ο οργανωτής – εκείνη πλάθει τα όνειρα,
προγραμματίζει τα ταξίδια, το μέλλον, τις αλλαγές στο σπίτι. Την
καθημερινότητά μας, πάντως, αφήνει εμένα να τη σκηνοθετώ».
πρέπει να κοντρολάρεις με κάποιον τρόπο τον εγωισμό σου και να
χειρίζεσαι σωστά το αισθητικοερωτικό κομμάτι…».
δεν έχουμε ξενερώσει με την Αλίκη μετά από δέκα χρόνια συμβίωσης,
στο να κάνω βουτιές, ψάρεμα και καταδύσεις το καλοκαίρι σε κάποιο
ελληνικό νησί».
πίνω το παραπανίσιο ποτό μου, να σπάω το γκάζι της μηχανής μου με
την πρώτη ευκαιρία, να κάνω κατά περίσταση τον δικηγόρο του
διαβόλου… Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μια χαρά με βρίσκω
κι έτσι». -Θοδωρής Αντωνόπουλος
Παλλάς, έως τις 6/11. Τους αμέσως επόμενους μήνες αναμένεται να
τον δούμε στον κινηματογράφο στα «Δεσμά αίματος» του Νίκου
Παναγιωτόπουλου, στο «Illusion» του Σάββα Καρύδα, στο «Forget Me
Not» του Γιάννη Φάγκρα, στο «Chinatown: Τα τρία καταφύγια» της
Αλίκης Δανέζη και στο «Τανγκό των Χριστουγέννων» του Νίκου
Κουτελιδάκη.

