Γιάννης Στάνκογλου

5' 26" χρόνος ανάγνωσης

Γιάννης Στάνκογλου

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ «ΝΗΣΙ»

ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» ΑΛΛΑ

ΚΑΙ ΜΕ ΜΠΟΛΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ, ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ, ΜΑΣ ΕΠΙΦΥΛΑΣΣΕΙ

ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ…

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Φωτογραφίες Charlie Makkos

Υπήρξε πολυτεχνίτης αλλά όχι… ερημοσπίτης. Εγινε ηθοποιός αργά

και… κατά τύχη – ίσως γι’ αυτό του λείπει η επιτήδευση ή το τουπέ

μερικών συναδέλφων του. Καθιερώθηκε όμως αρκετά γρήγορα – ας

όψονται η φάτσα, η αύρα, το χάρισμα.Αφού θήτευσε ως φυσιογνωμία σε

πολλά γνωστά σίριαλ («10η Εντολή», «Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα»,

«Αληθινοί έρωτες», το «Νησί»), σήμερα επενδύει δυναμικά στο θέατρο

και βέβαια στο σινεμά, στο οποίο φέτος θα έχει την τιμητική του.

Για την ακρίβεια, πέντε ταινίες -καινούργιες αλλά και λίγο

παλιότερες- αναμένεται να βγουν στις αίθουσες μέχρι τα

Χριστούγεννα, μ’ εκείνον πρωταγωνιστή. Από την άλλη, το θεατρικό

«Τρίτο στεφάνι» παίζεται ξανά στο Παλλάς, με τον Στάνκογλου σε

κύριο ρόλο. Τέλος, ο ηθοποιός ετοιμάζει «κάτι καινούργιο,

ξεχωριστό», αλλά δεν το αποκαλύπτει ακόμα «για να μην το

γρουσουζέψει».Στις κοινωνικές επαφές δείχνει πάντως θεληματικός,

ριψοκίνδυνος. Αρα ο Γιάννης Στάνκογλου θα μπορούσε να κάνει άνετα

τον Καζανόβα. Δηλώνει όμως «σκλάβος» σ’ έναν έρωτα τρανό, που δεν

λέει να παλιώσει – τον έρωτά του για τη γυναίκα του, τη σκηνοθέτιδα

Αλίκη Δανέζη. Κοντά σ’ αυτόν έχει μάλιστα προστεθεί ένας δεύτερος,

για τη Φοίβη, τη δίχρονη κορούλα του. Νιώθει λοιπόν ευνοημένος,

απόλυτα ικανοποιημένος τόσο με την επαγγελματική του εξέλιξη όσο

και με την προσωπική του ζωή. Παραμένει ωστόσο ανήσυχος και μας

καλεί «να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας, όσο ακόμα

μπορούμε».

– Ετυχε ή… πέτυχε το «Νησί»;
«Πέτυχε, αναμφίβολα. Γιατί είχε τα πιο εκλεκτά συστατικά

επιτυχίας στη σωστή δόση: συγγραφέα, σκηνοθέτη, καστ, συνθήκες και

βέβαια μια δυνατή υπόθεση με πολλές αλληγορικές ερμηνείες – εφόσον

σχεδόν κάθε κοινωνία και εποχή έχει τους δικούς της “λεπρούς”. Ηταν

εμπειρία αλησμόνητη. Οχι μόνο από καλλιτεχνικής πλευράς, αλλά και

για τις ρακές, τους κρητικούς μεζέδες, τη θάλασσα!».

– Και τώρα ξανά «Τρίτο στεφάνι»…

«Ναι, ξαναζωντανεύουμε ένα βιβλίο-ορόσημο και μια εποχή που

μπορεί να μην ήταν τόσο ειδυλλιακή όσο νομίζουμε, αλλά σίγουρα ήταν

πιο αυθεντική. Και ίσως τελικά να μην είναι τόσο μακρινή. Με την

ύφεση, την ένταση και την κοινωνική αποδιοργάνωση επιστρέφουμε

ολοταχώς στο τότε…».

– Ποιος φταίει τελικά για το ελληνικό μπλακάουτ;

«Ολοι μας λίγο-πολύ. Οχι μόνο όσοι έκλεψαν ή εξαπάτησαν, αλλά

και όσοι ανέχτηκαν την κατάσταση. Διαφωνώ όμως με τη λογική τού “

μαζί τα φάγαμε”. Προσωπικά ήμουν πάντα έντιμος και συνεπής μέχρι

βλακείας. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους με τους οποίους

συναναστρέφομαι. Πάντως, πέρα από τις ελληνικές ιδιαιτερότητες,

αυτό που ζούμε σήμερα παγκοσμίως είναι ένας οικονομικός

ολοκληρωτισμός με επίφαση δημοκρατική. Οι πολιτικοί είναι πλέον

μαριονέτες, άλλοι μας κυβερνούν. Ας πάρουμε λοιπόν την τύχη μας στα

χέρια μας, όσο ακόμα μπορούμε».

– Θύμα βεβαίως και ο πολιτισμός…
«Σίγουρα οι επιπτώσεις της κρίσης στον πολιτισμό είναι

τρομακτικές. Και δεν εννοώ τους καλοπληρωμένους καλλιτέχνες των

επιδοτήσεων, οι οποίοι θα μείνουν στα κρύα του λουτρού. Μιλάω για

την υποβάθμιση μουσείων, φεστιβάλ, δρώμενων, της ίδιας της παιδείας

βασικά, χωρίς την οποία δεν νοείται πολιτισμός. Ταυτόχρονα βεβαίως,

επειδή η τέχνη αγαπά την αναταραχή, είναι ευκαιρία να βάλεις το

μυαλό σου να δουλέψει διαφορετικά, να το κάνεις να γεννήσει

καινούργια πράγματα».

– Εσύ έγινες πάντως ηθοποιός σχεδόν από σπόντα…
«Από μικρός γούσταρα την ανεξαρτησία. Ετσι έκανα πολλές

διαφορετικές δουλειές, από νύχτα μέχρι οικοδομή. Ας πούμε, στα 22

μου έβαζα μονώσεις στους σταθμούς του μετρό, ώσπου απολύθηκα λόγω

περικοπών… Τουλάχιστον με αποζημίωσαν! Τότε βρέθηκα σε αμηχανία,

δεν ήξερα τι να κάνω. Ωσπου κάποιοι φίλοι με πίεσαν να πάω για

ηθοποιός. Δεν το είχα σκεφτεί πριν, αλλά πάντα έβλεπα πολύ θέατρο.

Πείστηκα λοιπόν, έδωσα εξετάσεις σε δύο σχολές, προς έκπληξή μου

πέρασα και στις δύο, και κατέληξα στη σχολή του Γιώργου Κιμούλη.

Αρχικά έτρεμαν τα πόδια μου, είχα μηδενική αυτοπεποίθηση, αλλά

βρήκα με τον καιρό».

– Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στην απόδοση ενός

ρόλου;

«Το δυσκολότερο δεν είναι ο ίδιος ο ρόλος, αυτόν τον πλάθεις.

Το ζήτημα είναι να πετύχει η μείξη με τον σκηνοθέτη, τον διευθυντή

φωτογραφίας, τον ηχολήπτη, τον μοντέρ, τους άλλους ηθοποιούς και

λοιπούς συνεργάτες. Μπορεί να σου προσφέρουν ανεκτίμητη βοήθεια,

αλλά μπορούν και να σε κάψουν!».

– Ησουν δύο χρόνια στην Αμερική… Σκέφτηκες να εγκατασταθείς

μόνιμα;

«Οχι. Δεν πήγα γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά για έναν έρωτα, τη

σημερινή γυναίκα μου. Από την άλλη, είχα ήδη αρχίσει με την

ηθοποιία εδώ και αντικειμενικά δεν μπορούσα να τη συνεχίσω εκεί.

Επιπλέον, την Ελλάδα δύσκολα την αλλάζω, παρ’ όλα τα στραβά της. Τι

νοσταλγώ; Τις βόλτες στη Νέα Υόρκη, τον κόσμο, την ενέργεια, το

κέφι, έναν καφέ στο Μανχάταν, μια παράσταση του Πίτερ Μπρουκ. Τι με

χάλασε; Η αποθέωση της ιδιωτικότητας, η τυραννία της πολιτικής

ορθότητας, η απολιτίκ στάση».

– Πώς βλέπεις το ελληνικό σινεμά;
«Κάνει φιλότιμες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια. Εχει

σκηνοθέτες που ξεχωρίζουν – Λάνθιμος, Οικονομίδης, Γιάνναρης,

Κούτρας. Δεν κατάφερε όμως ακόμα να αποκτήσει μια ταυτότητα, να

εκφράσει πειστικά τις σύγχρονες αναζητήσεις».

– Προσεχώς θα σε δούμε σε πέντε ταινίες – η μία είναι μάλιστα

της συζύγου! Πώς είναι να σε σκηνοθετεί η γυναίκα σου;

«Ηταν επίπονο αρχικά· είχαμε κόντρες και τσακωμούς. Στην

πορεία ωστόσο τα βρήκαμε και τώρα πια ένα βλέμμα αρκεί για να

συνεννοηθούμε. Ετσι κι αλλιώς, η Αλίκη είναι πάντα ο πρώτος μου

κριτής. Είναι επίσης ο οργανωτής – εκείνη πλάθει τα όνειρα,

προγραμματίζει τα ταξίδια, το μέλλον, τις αλλαγές στο σπίτι. Την

καθημερινότητά μας, πάντως, αφήνει εμένα να τη σκηνοθετώ».

– Και πώς… αντέχετε ως ζευγάρι δέκα χρόνια μαζί;
«Είναι θέμα χημείας, επικοινωνίας και δυνατού έρωτα! Επίσης

πρέπει να κοντρολάρεις με κάποιον τρόπο τον εγωισμό σου και να

χειρίζεσαι σωστά το αισθητικοερωτικό κομμάτι…».

– Την ευτυχία τη βρήκες ή τη γυρεύεις ακόμα;
«Τη βρίσκω καθημερινά στα μάτια της κόρης μου, στο ότι ακόμα

δεν έχουμε ξενερώσει με την Αλίκη μετά από δέκα χρόνια συμβίωσης,

στο να κάνω βουτιές, ψάρεμα και καταδύσεις το καλοκαίρι σε κάποιο

ελληνικό νησί».

– Αν επέστρεφες στο παρελθόν σου, τι θα άλλαζες;
«Θα άλλαζα ίσως την τάση μου να φλερτάρω με το επικίνδυνο, να

πίνω το παραπανίσιο ποτό μου, να σπάω το γκάζι της μηχανής μου με

την πρώτη ευκαιρία, να κάνω κατά περίσταση τον δικηγόρο του

διαβόλου… Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μια χαρά με βρίσκω

κι έτσι». -Θοδωρής Αντωνόπουλος

 
Ο Γιάννης Στάνκογλου παίζει στο «Τρίτο στεφάνι» στο θέατρο

Παλλάς, έως τις 6/11. Τους αμέσως επόμενους μήνες αναμένεται να

τον δούμε στον κινηματογράφο στα «Δεσμά αίματος» του Νίκου

Παναγιωτόπουλου, στο «Illusion» του Σάββα Καρύδα, στο «Forget Me

Not» του Γιάννη Φάγκρα, στο «Chinatown: Τα τρία καταφύγια» της

Αλίκης Δανέζη και στο «Τανγκό των Χριστουγέννων» του Νίκου

Κουτελιδάκη.

 
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT