Irène Némirovsky
ΕΖΗΣΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟ
ΑΟΥΣΒΙΤΣ. ΠΡΟΛΑΒΕ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ -ΟΤΑΝ
ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΥΠΤΗ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ- ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΚΕ ΣΕ
38 ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ! ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ
ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ, ΨΑΞΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ
ΕΞΕΤΑΖΕΙ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΙΡΕΝ ΝΕΜΙΡΟΦΣΚΙ
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011
το
Μουσείο Ολοκαυτώματος της Ουάσινγκτον εκτίθεται και ένα βαγόνι. Οι
επισκέπτες επιτρέπεται να μπουν σε αυτό και να σταθούν στο
εσωτερικό του για λίγο. Μια επιγραφή αναφέρει ότι σε κάθε τέτοιο
βαγόνι, το οποίο δεν χωράει περισσότερους από 40 ανθρώπους (ή «οκτώ
κτήνη», σύμφωνα με τις επιγραφές στα γερμανικά), στοιβάζονταν
περισσότερα από 100 άτομα – άντρες, γυναίκες, παιδιά. Μέσα σε ένα
από αυτά τα βαγόνια βρέθηκε στις 17 Ιουλίου του 1942 η συγγραφέας
Ιρέν Νεμιρόφσκι, μαζί με άλλες 118 γυναίκες. Η δε αμαξοστοιχία της,
που πέρασε από τη μισή Ευρώπη, είχε ονομαστεί Πομπή 6 και σήκωσε
συνολικό ανθρώπινο φορτίο 928 ατόμων.
του στρατοπέδου Πιτιβιέ στην περιοχή Λουαρέ της κεντρικής Γαλλίας.
Το κέντρο ήταν οργανωμένο από την κυβέρνηση του Βισί σύμφωνα με τη
νομοθεσία των γερμανικών αρχών κατοχής και ανήκε στη δικαιοδοσία
της γαλλικής αστυνομίας. Κατά τα άλλα, το ζωντανό φορτίο των
βαγονιών αγνοούσε ποιος ήταν ο τελικός προορισμός – οι
περισσότεροι, όπως και η Νεμιρόφσκι, νόμιζαν ότι θα κατέληγαν σε
κάποιο συμβατικό στρατόπεδο εργασίας στη Γερμανία.
Μισέλ Επστάιν δύο ημέρες πριν από την αναχώρησή της «για άγνωστο
προορισμό», έγραψε: «Αγαπημένε μου, μην ανησυχείς για μένα. Εφτασα
καλά. Προς το παρόν επικρατεί αταξία, αλλά το φαγητό είναι
εξαιρετικά καλό. Μάλιστα εξεπλάγην… Εχουμε το δικαίωμα να
λαμβάνουμε μηνιαίως ένα πακέτο και μια επιστολή. Πάνω απ’ όλα, μην
έχεις άγχος. Ολα θα πάνε καλά, αγαπημένε μου. Σε αγκαλιάζω, όπως
και τα παιδιά, με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την αγάπη». Τη δε
επόμενη μέρα (16/07/1942) η Ιρέν έγραψε: «Αγαπημένε μου, λατρεμένα
μου παιδιά, νομίζω ότι σήμερα θα φύγουμε. Κράτα γερά και μη χάνεις
τις ελπίδες σου. Είστε όλοι στην καρδιά μου, αγαπημένοι μου. Ο Θεός
να μας έχει όλους καλά».
κλείνονταν σ’ εκείνα τα βαγόνια: τελικός προορισμός του ταξιδιού
ήταν το γερμανικό στρατόπεδο εξόντωσης Αουσβιτς-Μπίρκεναου στην
Πολωνία. Ο εφιάλτης άρχιζε μάλιστα από τη διαδρομή. Οποιος μπορούσε
έκανε την ανάγκη του μέσα σε έναν κουβά. Για να χωρέσουν όλοι, ήταν
απαραίτητη η ορθοστασία καθʼ όλο το ταξίδι. Μέχρι το τέρμα αρκετοί
πέθαιναν – από ασφυξία, εξάντληση, ξεπάγιασμα τον χειμώνα,
αφυδάτωση το καλοκαίρι.
Μέσα από τα μικρά ανοίγματα, τα καλυμμένα με συρματόπλεγμα, το
ανθρώπινο φορτίο εκλιπαρούσε στους διάφορους σταθμούς για νερό,
αλλά επί ματαίω. Κάθε τόσο οι θύρες ανοίγονταν και οι νεκροί
άδειαζαν λίγο τον χώρο. Εβγαιναν έξω και οι ετοιμοθάνατοι, ώστε να
δεχτούν μια σφαίρα στον αυχένα. Οταν επιτέλους το τρένο έφτασε στον
προορισμό του -στις 7 μ.μ. της 19ης Ιουλίου 1942- και ανοίχτηκε για
τα καλά η μεγάλη συρόμενη θύρα, απέξω περίμεναν οι φρουροί. Με
ρόπαλα και μαστίγια.
Πρίμο Λέβι ανέφερε πόσο ξαφνιάστηκε με την απρόσμενη βιαιότητα των
φρουρών στο Αουσβιτς. «Πώς είναι δυνατόν να χτυπάς κάποιον, χωρίς
προηγουμένως να έχεις θυμώσει μαζί του;» έγραψε. Μετά τους φρουρούς
ακολουθούσαν βέβαια οι εξουθενωτικές αγγαρείες, τα ιατρικά
πειράματα ή οι θάλαμοι αερίων. Κοντολογίς, άρχιζε η καθημερινότητα
του Αουσβιτς.
πέθανε στα 39 της χρόνια. Σύμφωνα με τους σχολαστικούς Γερμανούς
γραφειοκράτες του στρατοπέδου, ο θάνατος ήρθε στις 17 Αυγούστου του
1942 από γρίπη. «Αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε την ορολογία του
στρατοπέδου, επρόκειτο στην πραγματικότητα για επιδημία τύφου»,
έχουν γράψει οι Ολιβιέ Φιλιπονά και Πατρίκ Λινχάρντ στη βιογραφία
«La vie d’Irène Némirovsky: 1903-1942». Σύμφωνα με μια τρίτη
εκδοχή, η Νεμιρόφσκι εστάλη εσπευσμένα στους θαλάμους αερίων επειδή
ήταν ασθματική.
αργότερα. Από την άλλη, οι δύο κόρες τους (η 13χρονη Ντενίζ και η
πεντάχρονη Ελιζαμπέτ), μολονότι συνελήφθησαν από τις γαλλικές
αρχές, παραδόξως επέζησαν. Γλίτωσαν τον θάνατο χάρη στην Ντενίζ: η
μικρή θύμισε σε έναν Γερμανό αξιωματικό τη μικρή του κόρη και
εκείνος άφησε ελεύθερα τα δύο κορίτσια με τον όρο να εγκαταλείψουν
τη Γαλλία σε 48 ώρες. Στη συνέχεια τα παιδιά φυγαδεύτηκαν με τη
βοήθεια οικογενειακών φίλων και μαζί με αυτά σώθηκε μια μικρή
βαλίτσα γεμάτη οικογενειακά κειμήλια – ανάμεσά τους υπήρχε ένα
σημειωματάριο της Νεμιρόφσκι. «Να μη χαθεί με τίποτα η βαλίτσα!»
είπε ο Επστάιν στα κορίτσια του, προτού χωρίσουν για πάντα.
βαλίτσα ήταν ημερολόγιο της μητέρας της και αρνιόταν πεισματικά να
το διαβάσει – φοβόταν ότι το περιεχόμενό του θα ήταν πολύ οδυνηρό
για κείνη. Οταν ωστόσο στα μέσα της δεκαετίας του 1990 αποφάσισε να
δωρίσει τα κατάλοιπα της μητέρας της σε ένα γαλλικό αρχείο,
ξεφύλλισε το σημειωματάριο, βρήκε σε αυτό δύο νουβέλες και άρχισε
τη διαδικασία για την έκδοσή τους. Οι δύο νουβέλες κυκλοφόρησαν
τελικά σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Suite Française» το 2004, έγιναν
αμέσως περιζήτητες και στη συνέχεια μεταφράστηκαν σε 38 γλώσσες
(στα ελληνικά το βιβλίο βγήκε το 2005 ως «Γαλλική σουίτα» από τις
εκδόσεις Πατάκη). Επιπλέον, το 2004 η «Γαλλική σουίτα» τιμήθηκε με
το λογοτεχνικό βραβείο Ρενοντό και έτσι έγινε το πρώτο έργο μη
ζώντος λογοτέχνη που έλαβε τη συγκεκριμένη διάκριση.
αντίτυπα και εξακολουθεί να κινείται εμπορικά. Μάλλον συνεχίζει να
συγκινεί διότι απεικονίζει με εκπληκτικά αποστασιοποιημένο τρόπο
την καθημερινή ζωή στη Γαλλία υπό γερμανική κατοχή.
Γεννήθηκε το 1903 στο Κίεβο και είχε εβραϊκή καταγωγή. Το 1917,
λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, επειδή ο
μεγαλοτραπεζίτης πατέρας της επικηρύχτηκε, αναγκάστηκε να καταφύγει
μαζί με την οικογένειά του στη Μόσχα. Στη συνέχεια οι Νεμιρόφσκι
διέφυγαν στο Ελσίνκι, έζησαν στη Στοκχόλμη και τελικά (1919)
εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία – «την πιο όμορφη χώρα του κόσμου»,
σύμφωνα με την Ιρίνα.
περιουσία. Από την άλλη, η Ιρίνα -η οποία ήθελε πλέον να την
αποκαλούν «Ιρέν»- σπούδασε γαλλική φιλολογία και πολύ σύντομα
φανέρωσε κλίση στο γράψιμο. Ετσι, μολονότι το 1926 παντρεύτηκε τον
τραπεζικό υπάλληλο Μισέλ Επστάιν και παρ’ ότι δεν απέφυγε τη
μητρότητα (το 1929 γέννησε την Ντενίζ και το 1937 την Ελιζαμπέτ),
δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γραφή. Βέβαια στάθηκε αρκετά τυχερή: τη
χρονιά του γάμου της εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα και μόλις
τρία χρόνια αργότερα γνώρισε τη μεγάλη επιτυχία με το δεύτερο
μυθιστόρημά της «Ντέιβιντ Γκόλντερ».
εστάλη ταχυδρομικώς στον εκδοτικό οίκο Grasset, με όνομα αποστολέα
Επστάιν. Στον φάκελο δεν υπήρχε διεύθυνση, αλλά μόνο ο αριθμός μιας
ταχυδρομικής θυρίδας. Προκειμένου να εντοπίσει τον/τη συγγραφέα, ο
εκδότης έβαλε αγγελία στην εφημερίδα, αλλά η δημιουργός του
μυθιστορήματος δεν την είδε, διότι εκείνες τις μέρες ήταν
απασχολημένη: σύντομα θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Στο
τέλος, ωστόσο, το βιβλίο πούλησε τρελά και έναν χρόνο αργότερα
έγινε κινηματογραφική ταινία.
κινηματογράφο και βοήθησε τη συγγραφέα να αναγνωριστεί από τους
Γάλλους συγγραφείς – ακόμα και από αντισημίτες λογοτέχνες όπως ο
Ρομπέρ Μπραζιγιάκ. Ωστόσο η Νεμιρόφσκι δεν έλαβε τη γαλλική
υπηκοότητα που τόσο επιθυμούσε – προκειμένου να γλιτώσει από τη…
ρετσινιά της Εβραίας. Την πρώτη της αίτηση την κατέθεσε το 1935 και
τη δεύτερη το 1938, αλλά δεν κατάφερε πολλά πράγματα. Στη συνέχεια
βαφτίστηκε ρωμαιοκαθολική και έγινε μόνιμη συνεργάτιδα των
συντηρητικών και αντισημιτικών εφημερίδων Candide και Grignoire,
αλλά και πάλι δεν είδε πρόοδο στο θέμα της.
Νεμιρόφσκι αποσύρθηκαν από τα γαλλικά βιβλιοπωλεία και ο σύζυγός
της απολύθηκε από την τράπεζα. Τότε ο πατέρας της φρόντισε ώστε
εκείνη, ο άντρας της και οι κόρες της να μετακομίσουν στη
Βουργουνδία, στο χωριό της νταντάς της. Αυτή τη φορά ο κύριος
Νεμιρόφσκι αποφάσισε όμως να μην εγκαταλείψει το σπίτι του και την
υπόλοιπη περιουσία του.
διαφοροποιηθεί από τον εβραϊσμό. Κατηγορείται κυρίως ότι ήθελε πάση
θυσία να προωθήσει την καριέρα της. Από την άλλη, οι υπερασπιστές
της αντιτείνουν ότι προχώρησε σε ορισμένες αμφιλεγόμενες επιλογές
για χάρη της οικογένειάς της. Ο αντίλογος όμως θέλει τη Νεμιρόφσκι
επικριτική απέναντι στους Εβραίους, τόσο στα άρθρα όσο και στα
βιβλία της.
έκδοση του «Ντέιβιντ Γκόλντερ». Τότε έγινε λόγος για «λανθάνοντα
αντισημιτισμό», καθώς άπαντες οι χαρακτήρες στο βιβλίο είναι
Εβραίοι και σχεδόν άπαντες εμφανίζονται ως δυσάρεστοι ή αρνητικοί
ήρωες. Για να υπερασπιστούν λοιπόν τη Νεμιρόφσκι, οι δύο σύγχρονοι
Γάλλοι βιογράφοι παραθέτουν έναν διάλογο ανάμεσα στη συγγραφέα και
σε έναν δημοσιογράφο σιωνιστικού εντύπου, ο οποίος της ανέφερε το
1929 ότι όσα είχε γράψει στο βιβλίο της χρησιμοποιούνταν ως
αντισημιτική προπαγάνδα. Ειδικότερα, στη διάρκεια της συγκεκριμένης
συνομιλίας η Νεμιρόφσκι είπε: «Με κατηγορούν για αντισημιτισμό;
Ελάτε τώρα, αυτό είναι παράλογο! Εγώ η ίδια είμαι Εβραία και το λέω
σε όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει! Σε κάθε περίπτωση, στο βιβλίο
μου έτσι τους είδα τους Εβραίους».
ήταν Εβραία. Ωστόσο τίποτα δεν αποκλείει την περίπτωση η συγγραφέας
να ανήκε στην κατηγορία των «Εβραίων που μισούν τον εαυτό τους» –
στην ίδια συνομοταξία έχει ενταχθεί από τιμητές ακόμα και ο σταρ
πεζογράφος Φίλιπ Ροθ. Επιπλέον, δεν είναι διόλου απίθανο η
Νεμιρόφσκι να λειτούργησε όπως πολλοί Εβραίοι της εποχής της, οι
οποίοι επιδίωκαν να ενσωματωθούν στον κόσμο των γκόι (στα εβραϊκά
οι γκόι είναι οι μη Εβραίοι). Αλλωστε υπάρχουν πολλά ανάλογα
παραδείγματα στην ιστορία: οι συνθέτες Φέλιξ Μέντελσον, Γκούσταβ
Μάλερ, Αρνολντ Σένμπεργκ (βέβαια ο τελευταίος επέστρεψε στον
εβραϊσμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ο φιλόσοφος Λούντβιχ
Βιτγκενστάιν…
από τη γαλλική αστυνομία. «Τώρα πάω ένα ταξίδι», πρόλαβε να πει στα
παιδιά της. «Από κείνη τη μέρα έπαψε να είναι μυθιστοριογράφος,
μητέρα, σύζυγος, Ρωσίδα, Γαλλίδα. Ηταν απλώς Εβραία», έχουν
σημειώσει οι βιογράφοι της.
ουρανό για να τη βοηθήσει. Απευθύνθηκε σε αξιωματούχους, εκδότες,
δημοσιογράφους, φίλους, σε οποιονδήποτε μπόρεσε να σκεφτεί. Σε μία
από τις επιστολές που δημοσιεύονται στη βιογραφία ο Επστάιν έγραψε:
«Σε κανένα από τα βιβλία της (τα οποία, επιπροσθέτως, δεν έχουν
απαγορευτεί από τις κατοχικές αρχές), δεν θα βρείτε λέξη εναντίον
της Γερμανίας. Και μολονότι η σύζυγός μου είναι εβραϊκής καταγωγής,
ποτέ δεν μιλάει για τους Εβραίους με συμπάθεια». Στη συνέχεια του
γράμματος ο σύζυγος της Νεμιρόφσκι δήλωσε μάλιστα τα εξής: «Η
εφημερίδα με την οποία συνεργάστηκε ως μυθιστοριογράφος, η
Gringoire, εκδότης της οποίας είναι ο Oράς ντε Καρμπούτσια, ποτέ
δεν ήταν φιλικά διακείμενη ούτε προς τους Εβραίους ούτε προς τους
κομμουνιστές».
πληροφορήθηκε «από αξιόπιστη πηγή» ότι η Ιρέν είχε «μεταφερθεί
ανατολικά – ίσως στην Πολωνία ή τη Ρωσία», έπεσε σε απελπισία. Δύο
μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1942, δίχως να ξέρει ότι η γυναίκα
του ήταν από τα μέσα Αυγούστου νεκρή, παρέδωσε τα δύο κορίτσια στη
φροντίδα μιας οικογενειακής φίλης. Αμέσως μετά, αδυνατισμένος και
εξουθενωμένος, πήγε να ανανεώσει την άδεια παραμονής του στη χώρα –
σαν να ήθελε να συλληφθεί. Οταν λοιπόν ξαναπήγε στην αρμόδια
υπηρεσία για να παραλάβει την ανανεωμένη άδεια παραμονής, συνελήφθη
επιτόπου.
Γάλλους βιογράφους, η Ντενίζ σήμερα λέει: «Ο πατέρας μου έγινε και
πάλι ο εαυτός του όταν τον συνέλαβαν. Ηταν ευτυχισμένος διότι είχε
πειστεί ότι θα πήγαινε να βρει τη μητέρα μου ή έστω ότι θα είχε την
ίδια μοίρα μ’ εκείνη». Φυσικά ο Μισέλ δεν ξανασυνάντησε ποτέ την
Ιρέν. Μάλιστα, με το που έφτασε στο Αουσβιτς, οδηγήθηκε κατευθείαν
στο κρεματόριο. Εκείνη τη μέρα το ημερολόγιο έγραφε 6 Νοεμβρίου
1942. -Ηλίας Μαγκλίνης
Olivier Philipponnat και Patrick Lienhardt (εκδ. Grasset/Denoël)
μπορείτε να τη βρείτε στο
Νεμιρόφσκι:

