Η νοτιότερη ήπειρος του πλανήτη, παρότι εύκρατη και κατάφυτη κάποτε, πάγωσε πριν από περίπου 34 εκατομμύρια χρόνια, καλυπτόμενη από ένα στρώμα πάγου, βάθους άνω των 5 χλμ. σήμερα. Αντιθέτως, ο αρκτικός Βορράς δεν πάγωσε παρά 25 εκατομμύρια χρόνια αργότερα.
Η πολική αυτή ασυμμετρία, εδώ και δεκαετίες πηγή επιστημονικής σύγχυσης, φαίνεται να βρίσκει την εξήγησή της.
Οι επιστήμονες αξιολόγησαν την τοπογραφία της Ανταρκτικής, χρησιμοποιώντας υπολογιστικά μοντέλα για να χαρτογραφήσουν την εξέλιξη του εδαφικού αναγλύφου στο πέρασμα των εκατομμυρίων χρόνων.
Διαπίστωσαν ότι μια πανίσχυρή γεωλογική διεργασία προκάλεσε την ανύψωση μιας οροσειράς στην ανατολική Ανταρκτική, η οποία τελικά ξεπέρασε το κρίσιμο υψομετρικό όριο που επέτρεψε την επέκταση και σταθεροποίηση των ορεινών παγετώνων.
Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση του τεράστιου παγοκαλύμματος της Ανατολικής Ανταρκτικής σε μια εποχή που οι παγκόσμιες θερμοκρασίες ήταν περίπου 5 βαθμούς Κελσίου υψηλότερες από ό,τι σήμερα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Νότιος Πόλος να διαθέτει παγοκάλυψη πολύ προτού επιτρέψει τη δημιουργία πάγου στον Βόρειο πόλο μια μακροπρόθεσμη τάση παγκόσμιας ψύξη.
Ο παγετώδης μανδύας της Ανατολικής Ανταρκτικής είχε ήδη σχηματιστεί κατά την έναρξη της λεγόμενης Ολιγόκαινου εποχής, η οποία ακολούθησε την Ηώκαινο περίοδο.

Η Ανταρκτική αποτελούσε κάποτε μέρος μιας υπερ-ηπείρου του Νότιου Ημισφαιρίου που ονομαζόταν Γκοντβάνα – και περιλάμβανε επίσης τις ηπειρωτικές μάζες που σήμερα αποτελούν την Αφρική, τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία, την Αραβία και την ινδική υποήπειρο. Στο πλαίσιο της αέναης κίνησης των τεκτονικών πλακών στην επιφάνεια του πλανήτη, αυτές οι ηπειρωτικές μάζες τελικά διαχωρίστηκαν και μετακινήθηκαν προς τις σημερινές τους θέσεις.
«Η μελέτη μας δείχνει ότι μια αρχαία γεωλογική διαδικασία, η οποία ξεκίνησε πριν από περισσότερα από 160 εκατομμύρια χρόνια κατά τη διάρκεια της διάσπασης της Αφρικής και της Ανταρκτικής και εξελίχθηκε σε διάστημα πολλών δεκάδων εκατομμυρίων ετών, καθόρισε πότε και πού θα μπορούσαν να σχηματιστούν οι κύριοι παγετώνες της Γης κατά τη μετάβαση από την Ηώκαινο στη Ολιγόκαινο εποχή, περίπου 34 εκατομμύρια χρόνια πριν», σημειώνει ο γεωεπιστήμονας Τόμας Γκέρνον του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον στην Αγγλία, συνεπικεφαλής της μελέτης που δημοσιεύθηκε χθες, Πέμπτη στο περιοδικό Science.
Η μετάβαση αυτή σηματοδότησε την αλλαγή από το θερμό κλίμα «θερμοκηπίου» της Γης στην τρέχουσα πιο ψυχρή περίοδο, προσθέτει ο Γκέρνον.
Η Ανταρκτική παρέμεινε συνδεδεμένη με την Αυστραλία και τη Νότια Αμερική για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια μετά την αποκοπή της Αφρικής, αποσπώμενη τελικά και από αυτές.
Η γεωλογική διεργασία στην οποία αναφέρεται ο Γκέρνον είναι ένα φαινόμενο που αποκαλείται «κύματα μανδύα» (mantle waves) – μία αργόσυρτη εσωτερική διαταραχή στα έγκατα της Γης που πυροδοτείται από τη διάσπαση των ηπείρων.
«Αυτά τα κύματα μπορούν να απομακρύνουν πυκνό πέτρωμα κάτω από τις τεκτονικές πλάκες, καθιστώντας τις ηπείρους ελαφρύτερες και προκαλώντας την ανύψωσή τους, σχηματίζοντας τελικά υψώματα όπως οροπέδια και οροσειρές», διευκρινίζει ο Γκέρνον.
Οταν αυτά τα κύματα του μανδύα κινήθηκαν κάτω από την Ανταρκτική, προκάλεσαν το σχηματισμό ενός μεγάλου οροπεδίου, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται τα Ορη Γκαμπούρτσεφ, μια οροσειρά στο κεντρικό τμήμα της ανατολικής Ανταρκτικής. Αν και αυτά τα όρη έχουν υψόμετρο περί τα 3.400 μέτρα, η οροσειρά είναι πλέον θαμμένη κάτω από τον μεγαλύτερο παγετώνα του κόσμου.
Για να σταθεροποιηθεί ο πάγος, το έδαφος έπρεπε να ξεπεράσει ένα υψόμετρο μεταξύ 1,5 και 2 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τις υπολογιστικές προσομοιώσεις, πριν από 34 εκατομμύρια χρόνια, σχεδόν το 90% της περιοχής είχε ανέβει πάνω από αυτό το όριο, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ψύχους παρά το θερμό κλίμα της περιόδου.
«Οπως οι θερμοκρασίες πέφτουν καθώς ανεβαίνουμε σε ένα ψηλό βουνό, έτσι και τα υψηλότερα υψόμετρα είναι πιο πιθανό να διατηρούν χιόνι όλο το χρόνο», λέει ο Γκέρνον, καταλήγοντας: «Διαπιστώσαμε ότι, προτού η Ανταρκτική καλυφθεί από παγετώνες, η έκταση των Ορέων Γκαμπούρτσεφ που βρισκόταν πάνω από το κρίσιμο υψόμετρο, αυξήθηκε δραματικά. Πριν από περίπου 34 εκατομμύρια χρόνια, σχεδόν το 90% της περιοχής βρισκόταν πάνω από αυτό το όριο, σε σύγκριση με μόλις το ένα τρίτο πριν από 60 εκατομμύρια χρόνια».
Πηγή: Reuters

