Ενας μονοζυγωτικός δίδυμος διαπράττει ένα έγκλημα και αφήνει το DNA του στον τόπο του εγκλήματος. Μπορεί το DNA να αποκαλύψει ποιος από τους διδύμους είναι ο δράστης;
Το ερώτημα αυτό κλήθηκε να απαντήσει, το περασμένο μήνα, η γαλλική εγκληματολογία σε μία υπόθεση διδύμων, των οποίων δείγμα DNA βρέθηκε σε ένα όπλο, αλλά η συμβατική εξέταση DNA δεν μπόρεσε να προσδιορίσει σε ποιον από τους αδελφούς ανήκε. «Μόνο η μητέρα τους μπορεί να τους ξεχωρίσει», ανέφερε ερευνητής στο δικαστήριο του Μπομπινί, στα βόρεια του Παρισιού.
Οι άνδρες είναι μονοζυγωτικοί δίδυμοι, γεννήθηκαν δηλαδή από γονιμοποιημένο ωάριο που διαιρέθηκε στα δύο, κάτι που σημαίνει πως μοιράζονται το ίδιο γενετικό υλικό.
Το βασικό εργαλείο των εγκληματολόγων στον τόπο του εγκλήματος ώστε να προσδιορίσουν σε ποιον ανήκει το DNA, είναι η λεγόμενη Short Tandem Repeat (STR), μια βασική μέθοδος μοριακής βιολογίας για τη σύγκριση επαναλαμβανόμενων αλληλουχιών σε συγκεκριμένες θέσεις DNA. Η συγκεκριμένη μέθοδος, ωστόσο, δεν κατέστη αποτελεσματική στην περίπτωση των διδύμων με το πανομοιότυπο DNA.
Η αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος μπορεί να καταστήσει δυνατή τη διάκριση μεταξύ ομοζυγωτών διδύμων. Και αν και σπάνιες, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος βοήθησε τα δικαστήρια να διακρίνουν μεταξύ διδύμων, λέει η Ξανθέ Γουέστον, εγκληματολόγος και ερευνήτρια στο Central Queensland University στο Μακέι της Αυστραλίας. Ωστόσο, η χρήση της αλληλούχισης ολόκληρου του γονιδιώματος απαιτεί τη λήψη επαρκούς ποσότητας γενετικού υλικού για ανάλυση, προσθέτει η Γουέστον, κάτι που συνήθως δεν προκύπτει από μία σκηνή εγκλήματος.
Πολλά υποσχόμενες τεχνικές
Επιτυχώς στο παρελθόν έχει γίνει διάκριση μεταξύ διδύμων μέσω της αλληλούχισης του DNA που βρίσκεται στα μιτοχόνδρια, τα «εργοστάσια ενέργειας» των κυττάρων. Σε σύγκριση με το πυρηνικό DNA, το οποίο χρησιμοποιείται στην αλληλούχιση του γονιδιώματος και στην ανάλυση STR, το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) μεταλλάσσεται συχνότερα, που σημαίνει ότι είναι πιο πιθανό να διαφέρει μεταξύ διδύμων. Τα αμερικανικά δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει την ανάλυση mtDNA ως αποδεικτικό στοιχείο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε υποθέσεις που αφορούν δίδυμα, εξηγεί η Γουέστον.
Μια άλλη πολλά υποσχόμενη τεχνική εστιάζει στη λεγόμενη «μεθυλίωση», μία βιοχημική διαδικασία κατά την οποία μια μικρή χημική ομάδα προστίθεται σε άλλα μόρια, όπως το DNA, πρωτεΐνες ή RNA, και μπορεί να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των γονιδίων. Αυτές οι «επιγενετικές» αλλαγές μπορούν να προκληθούν από παράγοντες συμπεριφορικούς, όπως η διατροφή, το αλκοόλ ή το κάπνισμα, και περιβαλλοντικούς.
Πέρυσι, μια ομάδα επιστημόνων στη Νότια Κορέα αλληλούχισε τα γονιδιώματα 54 ζευγαριών νεογέννητων μονοζυγωτικών διδύμων, καταφέρνοντας να ξεχωρίσει 50 από τα 54 δίδυμα. Τα ποσοστά επιτυχίας τους ήταν μακράν μεγαλύτερα όταν επανέλαβαν το πείραμα σε δύο ομάδες ενήλικων διδύμων.
Η ανάλυση μεθυλίωσης DNA δεν έχει προσώρας χρησιμοποιηθεί για τη διάκριση διδύμων σε δικαστήριο. Και όπως σημειώνει ο Μπρένταν Τσάπμαν, εγκληματολόγος και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μέρντοκ στο Περθ της Αυστραλίας, αυτού του είδους η ανάλυση ίσως δεν είναι εφικτό να διακρίνει μεταξύ διδύμων με παρόμοιες παραλλαγές, λόγω παρεμφερούς τρόπου ζωής ή έκθεσης σε ανάλογες περιβαλλοντικές συνθήκες.
Προκλήσεις
Οι νέες τεχνικές είναι πολλά υποσχόμενες, προσθέτει ο Τσάπμαν, αλλά υπάρχουν προκλήσεις που πρέπει να υπερκεραστούν ώστε να καταστεί εφικτή η χρήση τους στην εγκληματολογική έρευνα.
Οπως λέει ο ίδιος, όλες αυτές οι μέθοδοι απαιτούν σχετικά μεγάλες ποσότητες DNA, τη στιγμή που συνήθως τα δείγματα από σκηνές εγκλήματος συχνά περιλαμβάνουν μόνο μικρές ποσότητες ή είναι σε κακή κατάσταση.
Οι αναλύσεις αυτές είναι επίσης κοστοβόρες και χρονοβόρες, εν μέρει λόγω της περίπλοκης εργασίας που απαιτείται για να αποδειχθεί στη νομική διαδικασία πως τα αποτελέσματα είναι τόσο οριστικά και αξιόπιστα, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν αποδεικτικά στοιχεία. Πέρυσι, η αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος έγινε δεκτή για πρώτη φορά σε δίκη για δολοφονία στις ΗΠΑ.

