Σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, η σύνταξη δεν σημαίνει πάντα αποχώρηση. Τα μαγαζιά αυτά δεν λειτουργούν μόνο με ωράρια και ρόλους, αλλά με ανθρώπους που τα έχτισαν και δεν θέλουν να τα αφήσουν. Ακόμη κι όταν έρθει η ώρα της σύνταξης, παραμένουν παρόντες — από επιλογή.
Ζαχαροπλαστεία, αντικερί, παιχνιδάδικα και εργαστήρια που πέρασαν από γενιά σε γενιά εξακολουθούν να λειτουργούν χάρη σε ανθρώπους που κρατούν τη συνέχεια ζωντανή. Η εμπειρία, η γνώση και η σχέση με τον κόσμο δεν αντικαθίστανται εύκολα, και γι’ αυτό πολλοί συνταξιούχοι επιλέγουν να μείνουν κοντά στο μαγαζί τους, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή το θέλουν.
Τέσσερις τέτοιες οικογενειακές ιστορίες φωτίζουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας στάσης ζωής: άνθρωποι που δεν αποσύρθηκαν πλήρως, γιατί το μαγαζί τους δεν ήταν ποτέ απλώς δουλειά, αλλά κομμάτι της καθημερινότητάς τους και της οικογενειακής τους ιστορίας.
«Ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει το πλοίο»
Θανάσης Χατζόπουλος – ιδιοκτήτης ζαχαροπλαστείου

Ο Θανάσης Χατζόπουλος άνοιξε το ζαχαροπλαστείο «Pastry Family» στη Ριζάρη το 1969, όταν ήταν μόλις 21 ετών. Γιος δασκάλου από την Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε με την αίσθηση ότι η δουλειά δεν είναι απλώς βιοπορισμός, αλλά ευθύνη. Τα πρώτα χρόνια στο μαγαζί δούλευε μέχρι και 17 ώρες τη μέρα. «Ετσι ήταν τότε», λέει. Σήμερα είναι 76 ετών και συνταξιούχος εδώ και έξι χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου όχι μόνο στα χαρτιά αλλά και στην πράξη.
«Ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει το πλοίο», λέει, και όσοι δουλεύουν μαζί του συμφωνούν πως η παρουσία του είναι ακόμη απαραίτητη. Οι πελάτες τον αναζητούν – άλλοι με το βλέμμα, άλλοι ρωτώντας ευθέως. Και ο ίδιος, όταν λείπει, έχει το μυαλό του στο μαγαζί: αν εξυπηρετείται σωστά ο κόσμος, αν όλα λειτουργούν όπως πρέπει. Παρότι η κόρη του, η Ερση, έχει αναλάβει πλέον τα ηνία, ο Θανάσης συνεχίζει να δίνει το «παρών» καθημερινά. Κάθεται στο μαγαζί οκτώ, ακόμη και 10 ώρες, εξυπηρετεί, μιλά με προμηθευτές, παρακολουθεί την κίνηση. «Ο κόσμος ξέρει τα γλυκά μας καλύτερα κι από εμάς», λέει. «Ερχονται και διαλέγουν πάντα τα ίδια. Δεν μπορούμε να προδώσουμε την εμπιστοσύνη τους». Για τον Θανάση Χατζόπουλο, η σύνταξη δεν σήμανε αποχώρηση. Το ζαχαροπλαστείο παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς του και, όπως δείχνει, και κομμάτι του ίδιου.
«Νιώθω ακόμη νέος, δυνατός και παραγωγικός»
Βασίλης Πισιμίσης – αντικέρ στον Πειραιά

Ο Βασίλης Πισιμίσης άρχισε να συλλέγει από πολύ μικρός. Οπως λέει, ήταν ακόμη στη Β΄ Δημοτικού όταν ξεκίνησε να κρατά αντικείμενα που του τραβούσαν το ενδιαφέρον. Σήμερα είναι 65 ετών και εδώ και τέσσερα χρόνια συνταξιούχος. Ομως, η σύνταξη δεν σήμανε για εκείνον επιστροφή στο σπίτι και ακινησία. «Δεν ήθελα να πάω σπίτι μου και να “πεθάνω”», λέει ευθέως. «Νιώθω ακόμη νέος, δυνατός και παραγωγικός». Για τον Βασίλη, η συλλογή δεν ταυτίζεται με το επιχειρείν. Είναι κάτι πιο βαθύ, σχεδόν έμφυτο. «Είναι η πετριά του συλλέκτη», λέει, και αυτή η πετριά καθορίζει ακόμη την καθημερινότητά του.
Κάθε πρωί ξυπνά στις 7.30 και κατεβαίνει στο παζάρι του Πειραιά. Ψάχνει, χαζεύει, ρωτά. Ακόμη κι αν δεν βρει κάτι που να τον ενθουσιάσει, σπάνια φεύγει χωρίς να αγοράσει κάτι. «Αυτό είναι το μικρόβιο του συλλέκτη», εξηγεί. Από εκεί πηγαίνει στην αντικερί. Τα διαχειριστικά έχουν πλέον περάσει στον γιο του, τον Κώστα, όμως ο Βασίλης παραμένει ο άνθρωπος που αποφασίζει τι θα μπει στο μαγαζί και πώς θα αξιολογηθεί. Είναι εκείνος που θα ερευνήσει την προέλευση, την εποχή, την αξία ενός αντικειμένου. «Πλέον είμαι και το παιδί για τα θελήματα», λέει γελώντας. Πέρα από συλλέκτης, ο Βασίλης Πισιμίσης είναι και ερευνητής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο, που αφορά τον αγοραίο έρωτα στην Αθήνα, ένα ακόμη κομμάτι μιας διαρκούς ενασχόλησης με την ιστορία της πόλης και τα ίχνη της καθημερινής ζωής. Για τον ίδιο άλλωστε, η έρευνα δεν είναι απλώς απασχόληση. Είναι τρόπος να παραμένει ενεργός, παρών και σε κίνηση.
«Θέλει πραγματική αγάπη για να συνεχίσεις»
Εύη Μελανίτη – εργαζόμενη στο παιχνιδάδικό της

Η Εύη Μελανίτη δουλεύει στο παιχνιδάδικο «Neverland» που άνοιξε το 1977 και που εδώ και δεκαετίες αποτελεί σταθερό κομμάτι της ζωής της. Σήμερα είναι 67 ετών και εργαζόμενη συνταξιούχος εδώ και δύο χρόνια. Αν και θα μπορούσε, όπως λέει, να βγει στη σύνταξη ήδη από τα 60 της, δεν το έκανε. Το μαγαζί ήταν πάντα κάτι παραπάνω από δουλειά. Η αγάπη της για τα παιχνίδια υπήρχε από πολύ νωρίς, παρότι ως παιδί είχε ελάχιστα δικά της. «Είχα μόνο μία κούκλα και ένα καροτσάκι», θυμάται. Ισως γι’ αυτό το παιχνιδάδικο έγινε για εκείνη χώρος φροντίδας και γνώσης, ένας τρόπος να βρίσκεται καθημερινά μέσα σε έναν κόσμο που της άρεσε από μικρή.
Ο βασικός λόγος που δεν εγκατέλειψε ποτέ το μαγαζί ήταν η κόρη της, η Ερση. Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα σε αυτό. «Αν δεν ήξερα ότι θα το αναλάβει εκείνη, θα το είχα κλείσει εδώ και καιρό, γιατί είναι πραγματικά μια πολύ απαιτητική δουλειά», λέει η Εύη. «Από 10 χρόνων μάς βοηθούσε, μας διόρθωνε, ήξερε τι γίνεται». Σήμερα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Η Ερση έχει αναλάβει το μαγαζί και η Εύη βρίσκεται πια σε βοηθητικό ρόλο. Παρ’ όλα αυτά, όταν λείπει μερικές μέρες και επιστρέφει, το πρώτο που κάνει είναι να κοιτάξει γύρω της: τα ράφια, τις βιτρίνες και κυρίως τις κούκλες, που παραμένουν η μεγάλη της αδυναμία. «Εκεί που πιστεύω ότι είμαι πιο χρήσιμη είναι στις παραγγελίες», λέει.
Εχει ταξιδέψει σε δεκάδες εκθέσεις παιχνιδιών όλα αυτά τα χρόνια και μπορεί σχεδόν αμέσως να καταλάβει αν ένα παιχνίδι είναι ποιοτικό και αν έχει θέση στο μαγαζί. «Θέλει πραγματική αγάπη για να συνεχίσεις», σημειώνει, προσθέτοντας πως ακόμη και στη Νυρεμβέργη, την πόλη των παιχνιδιών, πολλά αντίστοιχα μαγαζιά έχουν κλείσει. Για την Εύη, το παιχνιδάδικο δεν είναι απλώς μια δουλειά που συνεχίζεται. Είναι ένας κύκλος ζωής που αλλάζει χέρια, χωρίς να χάνει το νόημά του.
«Και στο σπίτι μου έχω έναν πάγκο»
Κώστας Τσαρτσανίδης – ωρολογοποιός

Ο Κώστας Τσαρτσανίδης γεννήθηκε το 1942 σε ένα χωριό της Κοζάνης. Η ζωή του πήρε νωρίς μια απρόσμενη τροπή. Το 1958, εξαιτίας μιας σοβαρής ασθένειας που απείλησε το πόδι του, φιλοξενήθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης Πολιτών Αναπήρων στο Ψυχικό. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την τέχνη της ωρολογοποιίας — μια τέχνη που έμελλε να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή του.
Το 1970 άνοιξε το δικό του μαγαζί, σε μια στοά στις αρχές της Μεσογείων, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Το πρωί δούλευε στο εργαστήριο, το απόγευμα έκανε βάρδια σε εργοστάσιο και τα βράδια κοιμόταν στο πατάρι του μαγαζιού. Οπως λέει, έτσι κατάφερε να σταθεί στα πόδια του.
Οταν ορθοπόδησε οικονομικά, εμπλούτισε το μαγαζί του με ασημικά και χρυσαφικά, που αγόραζε σιγά σιγά, με δόσεις. Χρόνια αργότερα, στα 83 του σήμερα, έχει ανοίξει πλέον ξεχωριστό κοσμηματοπωλείο, το οποίο διαχειρίζονται η κόρη του και ο σύζυγός της. Ο ίδιος, όμως, κράτησε για τον εαυτό του αυτό που αγαπούσε περισσότερο: τα ρολόγια.
Κάθε μέρα πηγαίνει στο μαγαζί από τις 11.00 έως τις 16.00 και κάθεται στον πάγκο του. «Και στο σπίτι μου έχω έναν πάγκο», λέει. «Τα Σαββατοκύριακα επισκευάζω εκεί τα ρολόγια που χρειάζονται απόλυτη ησυχία και συγκέντρωση». Εχει συγκεντρώσει τόσα ρολόγια για επισκευή που, όπως λέει χαριτολογώντας, «μου φτάνουν για τα επόμενα εκατό χρόνια».
Φοράει πάντα δύο ρολόγια: ένα στο δεξί και ένα στο αριστερό χέρι, για να ελέγχει αν κάποιο από τα δύο χάνει. Ακόμα και σήμερα, εντυπωσιάζεται όταν πιάνει στα χέρια του ένα καλοφτιαγμένο ρολόι. «Υπάρχουν μηχανισμοί σχεδιασμένοι έτσι ώστε να μη χάσουν ούτε ένα δευτερόλεπτο μέσα σε τριακόσια χρόνια», λέει με θαυμασμό.
Για τον Κώστα Τσαρτσανίδη, ο χρόνος δεν είναι κάτι αφηρημένο. Είναι κάτι που μετριέται, επισκευάζεται και φροντίζεται καθημερινά — πάνω σε έναν πάγκο, με υπομονή και συγκέντρωση.

