Από τις συλλογές της Breitling, οφείλω να ομολογήσω ότι εκείνη του Chronomat ήταν η λιγότερο αγαπημένη μου. Αλλά αυτό άλλαξε όταν πριν από ένα μήνα ακριβώς ο ελβετικός Οίκος παρουσίασε μια σειρά από μικρές αλλαγές, που στο σύνολό τους λειτουργούν ως μια ουσιαστική αναβάθμιση και δίνουν πλέον στο Chronomat έναν εντελώς μοντέρνο χαρακτήρα. Ο λόγος που δεν το πολυαγαπούσα ως τώρα ήταν γιατί σχεδιαστικά βρισκόταν πολύ κοντά στην “χρυσή” του εποχή, που ήταν τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Μια εποχή, όμως, που για το σύνολο της ιστορίας της Breitling δεν ήταν και τόσο λαμπερή.
Όποιος έχει παρακολουθήσει τα πάνω από 140 χρόνια της πορείας της, ξέρει καλά ότι επί Willy Breitling (ανέλαβε στις αρχές των ’30s και την πούλησε στα μέσα των ’70s) ήταν τα χρόνια που σχεδιάστηκαν τα πιο διαχρονικά της μοντέλα. Την περίοδο της κρίσης του quartz, με τον Ernest Schneider να διοικεί την εταιρεία, η Breitling εξειδικεύτηκε κάπως στα αεροπορικά ρολόγια – “εργαλεία” και ήταν τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν το Chronomat (που είχε πρωτοκυκλοφορήσει στις αρχές των ’40s, αλλά σύντομα αντικαταστάθηκε από το τεράστιο hit, Navitimer), επανασχεδιάστηκε και έγινε το μοντέλο που γνωρίζουμε καλά σήμερα. Μάλιστα, το πρώτο Chronomat της νέας εποχής ήταν μια ειδική έκδοση για την ιταλική αεροβατική ομάδα Frecce Tricolori.
Πριν από 6 χρόνια, η Breitling έφερε μια πρώτη αναβάθμιση στην αισθητική του, επαναφέροντας το μπρασελέ τύπου Rouleaux (με τους κυρτούς, λείους συνδέσμους) και προσπάθησε να διευρύνει την προσφορά του ως το σπορ ρολόι της για όλες τις περιστάσεις -όχι μόνο για αεροπόρους. Έγινε το αγαπημένο μοντέλο του Γιάννη Αντετοκούνμπο, πρεσβευτή της μάρκας, που μάλιστα πριν δύο χρόνια σχεδίασε και το δικό του, προσωπικό ρολόι. Ωστόσο, συνέχιζε να μην με ενθουσιάζει όσο άλλες σειρές του Οίκου, όπως το εμβληματικό Navitimer, το καταδυτικό Superocean και -το πιο αγαπημένο μου από όλα- vintage Top Time. Ίσως επειδή έχω σχετικά μικρό καρπό και σίγουρα επειδή η αισθητική που είχαν τα ρολόγια στα ’80s δεν μου ταιριάζει, με άφηνε σχετικά αδιάφορο κάθε φορά που περνούσα από τη μπουτίκ του Οίκου, στην οδό Βουκουρεστίου.

Από τον Απρίλιο όμως, όταν και είχα την ευκαιρία να φορέσω -ένα μήνα πριν την επίσημη παρουσίασή τους- τα μοντέλα της καινούργιας συλλογής, η εντύπωση που έχω για το Chronomat άλλαξε άρδην. Και είναι κάπως περίεργο αυτό, γιατί οι αλλαγές, αν τις εξετάσει κανείς μία-μία ξεχωριστά, δεν είναι τόσο εντυπωσιακές. Ωστόσο, είναι το σύνολό τους και το πώς η μία επηρεάζει την άλλη, που έχει φέρει μια ουσιαστική αναβάθμιση στο μοντέλο και το καθιστά πια μια πραγματικά all-day και all-purpose πρόταση για σπορ ρολόι που ταιριάζει σε κάθε είδος καρπού. Ακόμη και στον μικροσκοπικό δικό μου.
Πάμε να δούμε τις αλλαγές αυτές λοιπόν… Συνοπτικά, η Breitling έχει προχωρήσει σε ένα συνολικό «μάζεμα»: οι κάσες του Chronomat έχουν πια πιο καθαρές γραμμές, το μπρασελέ είναι πλήρως ενσωματωμένο, οι αναλογίες έγιναν πιο λεπτές και διατίθεται πλέον μια πιο στοχευμένη γκάμα μεγεθών. Το πάκετο των αναβαθμίσεων αυτών αποκτά πολύ μεγαλύτερο νόημα μόλις το ρολόι φορεθεί στον καρπό. Μπορεί από μακριά να μοιάζει σχεδόν ίδιο με την προηγούμενή του έκδοση, αλλά πάνω στο χέρι αποκτά έναν εντελώς νέο χαρακτήρα.

Για μένα, η πιο εντυπωσιακή αλλαγή -και σίγουρα αυτή που “δείχνει” περισσότερο οπτικά- είναι η πλήρης ενσωμάτωση του μπρασελέ. Το Chronomat είχε από το 2020 ένα ιδιαίτερο και πολύ όμορφο, “δικό του” μπρασελέ, το Rouleaux, αλλά πλέον αυτό ενσωματώνεται πλήρως στις νέες κάσες, όπως σε κάθε sport luxury watch που σέβεται τον εαυτό του (βλέπε, για παράδειγμα, τα Audemars Piguet Royal Oak, Vacheron Constantin 222 ή το πρόσφατο Rolex Land-Dweller). Αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να μεταφέρει το Chronomat στη νέα εποχή, δίνοντάς του έναν πολύ πιο μοντέρνο χαρακτήρα, παρότι αισθητικά διατηρεί την αρχιτεκτονική του μοντέλου των ’80s.
Αλλά βοηθούν και οι υπόλοιπες αλλαγές: Οι λοβοί στη στεφάνη (προσωπικά, το στοιχείο που θεωρώ και το “παλιακό”) είναι μεν εκεί και κάνουν σαφές ότι το ρολόι παραμένει ένα Chronomat, ωστόσο έχουν ενσωματωθεί κι αυτοί περισσότερο μέσα στη στεφάνη, λειτουργώντας πια περισσότερο σαν ένα αισθητικό, διακριτικό στοιχείο, παρά σαν κάτι πρακτικό. Με τη μείωση του μεγέθους τους, επέτρεψαν και στα μπράτσα της κάσας να μαζευτούν και έτσι η όλη ενσωματώση του μπρασελέ να έχει γίνει πολύ πιο προφανής και λειτουργική. Κοινώς, το “μάζεμα” αυτών των δύο στοιχείων (λοβοί στεφάνης και μπράτσα κάσας), σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση του μπρασελέ, έχουν φέρει μια τεράστια αισθητική αλλαγή στο μοντέλο.
Η οποία δεν θα “έγραφε” τόσο στον καρπό, αν η Breitling δεν προχωρούσε και σε μάζεμα των διαστάσεών του. Το B01 42, o χρονογράφος που τόσο αγαπά ο Giannis, έχει πια μόλις 13,77mm πάχος (ήταν 15.1mm στην προηγούμενη έκδοση). Έχοντας και λίγο μικρότερους σε μέγεθος προστάτες κορώνας, αλλά και με την αφαίρεση των ενδείξεων σε κλίμακα 1/100, το όλο σχέδιο έχει γίνει πιο λιτό και αισθητικά ελκυστικό.

Είναι όμως στο B31 40 που το σύνολο των αλλαγών φέρνει ένα πραγματικά νέο μοντέλο – ορισμό της κατηγορίας sport luxury. Εδώ η ενσωμάτωση του μπρασελέ είναι εξαιρετικά προφανής και η έλλειψη υποκαντράν, αφού δεν υπάρχει χρονογράφος, παραδίδει ένα φοβερά λιτό και κομψό σύνολο που νομίζω ότι μπορεί να φορεθεί εύκολα σε κάθε περίσταση, είτε από άντρα είτε από γυναίκα. Το πάχος της κάσας του είναι μόλις 10,99mm. Η έκδοση των 36 χιλιοστών, πάλι, με πάχος κάσας μόλις 9,68mm (από 10,01 στην προηγούμενη φουρνιά), δείχνει να απευθύνεται περισσότερο στο γυναικείο κοινό, με mother-of-pearl καντράν και διαμάντια στη στεφάνη. Αναμένουμε και μια πιο unisex έκδοση, αφού πια τα 36mm είναι ένα μέγεθος που επιλέγουν πολλοί άντρες.

Οι μηχανισμοί των τριών μοντέλων είναι ο αυτόματος Caliber B01 για το 42άρι, ένας χρονογράφος, πιστοποιημένο χρονόμετρο COSC, με 70 ώρες αυτονομίας. Για το 40άρι είναι ο επίσης πιστοποιημένος Caliber B31, με 78 ώρες αυτονομίας, ενώ στο 38άρι μοντέλο χρησιμοποιείται ο Caliber 10, που βασίζεται πάνω σε ένα μηχανισμό της Sellita, αλλά είναι ρυθμισμένος έτσι ώστε να έχει και αυτός ακρίβεια επιπέδου COSC (έχει λάβει πιστοποίηση) αν και το ενεργειακό του απόθεμα δεν ξεπερνά τις 48 ώρες. Το υλικό και στις τρεις εκδόσεις είναι το ατσάλι, αλλά στους χρονογράφους υπάρχουν επιλογές με ροζ χρυσό ή πλατίνα στη στεφάνη, όπως και στο “μικρό” 36άρι, όπου εκτός από το ροζ χρυσό συναντάμε και διαμάντια. Οι τιμές των χρονογράφων ξεκινούν από τα 9.600 ευρώ, των σπορ Β31 40 από 6.400 και των “θηλυκών” Automatic 36 από 6.900.

