Τι σχέση έχουν οι φλεγμονές με την κατάθλιψη

Όλο και περισσότεροι ψυχίατροι συνδέουν αυτές τις δύο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους παθήσεις. Η λύση, όμως, του προβλήματος παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα

τι-σχέση-έχουν-οι-φλεγμονές-με-την-κατά-564357565 (Εικόνα: Chloe Cushman/The New York Times)
(Εικόνα: Chloe Cushman/The New York Times)

Η ιστορία της ψυχιατρικής είναι γεμάτη με φάρμακα που αναπτύχθηκαν για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Πάρτε για παράδειγμα τα πρώτα αντικαταθλιπτικά: σχεδιάστηκαν αρχικά για τη φυματίωση, ενώ η κεταμίνη, μία από τις νεότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις, χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως αναισθητικό. Σήμερα, οι επιστήμονες εξετάζουν αν μια άλλη κατηγορία σκευασμάτων, τα αντιφλεγμονώδη, θα μπορούσαν να βοηθήσουν ορισμένους ασθενείς. Μια μικρή μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα και εστίαζε σε ένα φάρμακο για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, έρχεται να προστεθεί σε έρευνες δεκαετιών που εξετάζουν τη σύνδεση μεταξύ φλεγμονής και κατάθλιψης.

Περίπου το 25% των ανθρώπων που πάσχουν από κατάθλιψη εμφανίζουν υψηλά επίπεδα φλεγμονωδών πρωτεϊνών στο αίμα τους. Μάλιστα, η φλεγμονή φαίνεται πως αναπτύσσεται πριν από την εκδήλωση της κατάθλιψης. Σε παλαιότερες μελέτες, όταν χορηγήθηκε σε εθελοντές μια ουσία που διεγείρει τη φλεγμονή, οι συμμετέχοντες εμφάνισαν συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους λίγο μετά τη λήψη της. 

Οι ασθενείς με υψηλούς δείκτες φλεγμονής είναι λιγότερο πιθανό να ωφεληθούν από τα παραδοσιακά αντικαταθλιπτικά. «Δεν θεωρώ ότι αυτό αφορά κάθε περίπτωση κατάθλιψης», σημειώνει ο δρ Ντέιβιντ Γκόλντσμιθ, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Emory. Ωστόσο, η φλεγμονή «μπορεί να εξηγήσει γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται στις θεραπείες πρώτης γραμμής, όπως είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)». Η φλεγμονή ενδέχεται επίσης να εξηγεί τη σύνδεση της κατάθλιψης με συγκεκριμένα σωματικά προβλήματα, όπως τα μεταβολικά ή τα αυτοάνοσα νοσήματα, σύμφωνα με τον δρα Τζον Μάθιους, ψυχίατρο στο Benson-Henry Institute του Mass General Brigham. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει για το παιδικό τραύμα ή το χρόνιο στρες, λέει ο ίδιος. Παρότι υπάρχουν προφανώς πολλοί παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης σε αυτές τις περιπτώσεις, ένας από αυτούς ενδέχεται να είναι η ενίσχυση της φλεγμονής.

Περίπου το 25% των ανθρώπων που πάσχουν από κατάθλιψη εμφανίζουν υψηλά επίπεδα φλεγμονωδών πρωτεϊνών στο αίμα τους.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο σύνδεσμος αυτός οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο οι φλεγμονώδεις πρωτεΐνες επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Οι συγκεκριμένες πρωτεΐνες μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, που είναι καθοριστικοί για τη διάθεση. Παράλληλα, μπορούν να διαταράξουν τη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που επηρεάζονται από την κατάθλιψη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίες σχετίζονται με την επιβράβευση και το κίνητρο. Οι ασθενείς που εμφανίζουν υψηλά επίπεδα φλεγμονής τείνουν να παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη ομάδα συμπτωμάτων, τα οποία ονομάζονται «σωματικά». Σε αυτά περιλαμβάνονται η έντονη κόπωση, η απώλεια όρεξης, οι διαταραχές στον ύπνο, καθώς και η μειωμένη διάθεση για αναζήτηση ευχάριστων εμπειριών (ανηδονία). 

Νέες μελέτες, νέα δεδομένα

«Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν αυτή την ομάδα από τη γενική κατάθλιψη», αναφέρει ο δρ Γκόλαμ Χαντάκερ, καθηγητής Ψυχιατρικής στο Bristol Medical School της Αγγλίας, ο οποίος έχει αρχίσει να αποκαλεί αυτή την υποκατηγορία «φλεγμονώδη κατάθλιψη» (inflamed depression). Σε μία από τις πρώτες δοκιμές αντιφλεγμονώδους φαρμάκου για την κατάθλιψη, χορηγήθηκε σε ασθενείς είτε ένα σκεύασμα για τη νόσο του Crohn είτε ένα εικονικό φάρμακο (placebo). Στο σύνολο των 60 ασθενών, το φάρμακο δεν απέδωσε καλύτερα από το placebo. Όταν όμως η ανάλυση περιορίστηκε μόνο στους ασθενείς με τα υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής, διαπιστώθηκε σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων. Ανάλογα συμπεράσματα είχαν και άλλες μικρές μελέτες, δείχνοντας οφέλη κυρίως σε ασθενείς με σαφή σημάδια φλεγμονής ή ιστορικό τραύματος.

Στην πρόσφατη μελέτη με το φάρμακο της ρευματοειδούς αρθρίτιδας συμμετείχαν 30 άτομα με κατάθλιψη και υψηλούς δείκτες φλεγμονής. Όσοι έλαβαν το φάρμακο εμφάνισαν μικρή μείωση στα σκορ της κατάθλιψης, κυρίως στα ερωτήματα που αφορούσαν τα σωματικά συμπτώματα. Ωστόσο, η βελτίωση δεν κρίθηκε στατιστικά σημαντική σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Ο δρ Χαντάκερ, ο οποίος ηγήθηκε της δοκιμής, εξήγησε ότι η μελέτη είχε τον χαρακτήρα «απόδειξης της κεντρικής ιδέας» (proof of concept) και το δείγμα ήταν πολύ μικρό για να δώσει ακλόνητα αποτελέσματα. Στόχος ήταν να εντοπιστεί ποια συμπτώματα ανταποκρίνονται στη θεραπεία, ώστε να σχεδιαστεί μια μελλοντική, μεγαλύτερη κλινική δοκιμή.

Η πραγματική πρόκληση

Ορισμένοι επιστήμονες, πάντως, δηλώνουν προβληματισμένοι από τα αντικρουόμενα ευρήματα. «Τα δεδομένα είναι μεικτά και δεν γνωρίζουμε ακριβώς το γιατί», αναφέρει ο δρ Μάικλ Ίρβιν, καθηγητής Ψυχιατρικής στο UCLA. «Οι κλινικές δοκιμές θα έπρεπε να λειτουργούν, διότι τα πειραματικά δεδομένα που δείχνουν ότι η φλεγμονή οδηγεί σε αυτή τη μορφή κατάθλιψης είναι άκρως πειστικά». Από την πλευρά του ο δρ Γκόλντσμιθ συμφωνεί ότι η ύπαρξη ενός φλεγμονώδους υποτύπου κατάθλιψης είναι πλέον αποδεδειγμένη. Συμπληρώνει, ωστόσο: «Το ποιο θα είναι τελικά το κατάλληλο φάρμακο για τη στόχευση της φλεγμονής παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα». 

Οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι είναι νωρίς για να συνταγογραφούνται αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την κατάθλιψη. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι ψυχίατροι, συμπεριλαμβανομένου του δρα Χαντάκερ, έχουν αρχίσει να ελέγχουν τα επίπεδα φλεγμονής στο αίμα των ασθενών τους και να συνιστούν αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως η άσκηση και η διατροφή, για τη μείωσή τους.

Ίσως χρειαστεί χρόνος μέχρι η θεωρία αυτή να ενταχθεί πλήρως στην ιατρική καθημερινότητα. Η δρ Μόιρα Ριν, επικεφαλής του Τμήματος Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Duke, χαρακτηρίζει την ιδέα συναρπαστική. Παρότι η δική της κλινική, που αντιμετωπίζει περιστατικά ανθεκτικής κατάθλιψης, δεν λαμβάνει υπόψη τη φλεγμονή κατά τη φροντίδα των ασθενών, είναι κάτι που πλέον εξετάζουν. «Η πρόκληση», καταλήγει η ίδια, «είναι ότι, με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, δεν είναι ακόμα απολύτως σαφές το πώς πρέπει να παρέμβουμε θεραπευτικά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT