Ολοένα και περισσότεροι ενήλικοι αναγνωρίζουν στον εαυτό τους τις επιπτώσεις της εργασιακής/επαγγελματικής εξουθένωσης, το λεγόμενο burnout: Αισθάνονται διαρκή κόπωση και εκνευρισμό· δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν, να χαλαρώσουν, ακόμα και να κοιμηθούν· υποφέρουν από πονοκεφάλους και στομαχικές διαταραχές· κυριεύονται από το αίσθημα ότι όλα είναι μάταια. «Είναι ένα είδος εσωτερικού… κνησμού», όπως εύστοχα το διατύπωσε μια φίλη, «που δεν με αφήνει να ησυχάσω, που γίνεται ολοένα εντονότερο και πιο επώδυνο…».
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι το burnout συνήθως εμφανίζεται με τη μορφή έντονου άγχους και σωματοποιημένης συμπτωματολογίας· εκδηλώνεται κυρίως με αϋπνία ή νυχτερινές αφυπνίσεις από έντονη νοητική υπερδιέγερση και επαναλαμβανόμενες σκέψεις. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται επίσης η υπερφαγία ή η κατανάλωση αλκοόλ ως μέσων αυτορρύθμισης.

«Ομως, σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, το burnout δεν έχει να κάνει μόνο με την κόπωση ή το άγχος. Αφορά τη σταδιακή αποσύνδεση του ατόμου από τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν νιώθουμε μόνο κουρασμένοι, αλλά και άδειοι, αποσυνδεδεμένοι από καθετί, ακόμη και σε συνθήκες που θεωρητικά θα έπρεπε να μας ανακουφίζουν. Το γεγονός ότι το νευρικό σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας υπερδιέγερσης, χωρίς επαρκείς περιόδους αποκατάστασης, συνεπάγεται συναισθηματική εξάντληση, απώλεια νοήματος και μια εσωτερική αποξένωση που αρκετές φορές οδηγεί στην κατάρρευση», λέει στην «Κ» η κλινική ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Αννα Κανδαράκη.
Η σχέση με την εργασία
«Πρόκειται, δηλαδή, για μια μακρά συνθήκη υπέρβασης του εαυτού και σιωπηλής απαίτησης να αντέχουμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Στον πυρήνα του βρίσκεται συχνά η ταύτιση της αξίας με την απόδοση και η δυσκολία να τεθούν όρια χωρίς ενοχή. Γι’ αυτό και δεν θεραπεύεται με γρήγορες λύσεις ούτε με επιφανειακή ανακούφιση», συνεχίζει η κ. Κανδαράκη. «Η ξεκούραση, η καλύτερη οργάνωση της καθημερινότητας και η αποφόρτιση από την υπερβολική εργασία είναι απαραίτητες, όμως δεν αρκούν. Η ουσιαστική αντιμετώπισή του απαιτεί κάτι βαθύτερο: μια επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης μας με την εργασία, με τις προσδοκίες των άλλων και, τελικά, με τον εαυτό μας. Χωρίς αυτή τη μετατόπιση, η εξάντληση θα υποχωρεί προσωρινά – και πάντα θα βρίσκει τρόπο να επιστρέφει».
Κι αν για τους ενηλίκους ο πήχυς της δυσκολίας είναι τόσο ψηλός, όταν πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη

σοβαρότητα της κατάστασης και να πατήσουν φρένο, τι γίνεται με τα παιδιά και τους εφήβους που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα με συνεχείς απαιτήσεις, γρήγορους ρυθμούς και υψηλές προσδοκίες; Μπορούν κι εκείνοι να βιώσουν burnout; Πώς εκδηλώνεται σε μικρότερες ηλικίες, πώς το αναγνωρίζουν οι γονείς και, κυρίως, πώς μπορούν να βοηθήσουν;
«Η εξουθένωση στα παιδιά προφανώς δεν είναι επαγγελματική. Είναι όμως σε μεγάλο βαθμό εργασιακή, αφού οι ώρες που συμπληρώνουν σε σχολείο, φροντιστήρια και προετοιμασία μαθημάτων και εξετάσεων ξεπερνούν κατά πολύ το οκτάωρο. Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε την ενασχόληση με αθλήματα και εξωσχολικές δραστηριότητες, αλλά και με το Διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τότε θα διαπιστώσουμε ότι ο χρόνος που έχουν για να είναι… παιδιά, δηλαδή για να παίζουν ή απλώς να χαλαρώνουν, είναι ελάχιστος», επισημαίνει ο Γεώργιος Π. Χρούσος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής.
«Η κατάσταση γίνεται χειρότερη με τη μη ισορροπημένη διατροφή, την έλλειψη άσκησης, τον ανεπαρκή και κακής ποιότητας ύπνο και το χαοτικό καθημερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων, γευμάτων και ύπνου. Και η επιδείνωση διευκολύνεται από τις αυξημένες και πολλές φορές εξωπραγματικές φιλοδοξίες και προσδοκίες των γονέων, την έλλειψη ψυχικής υποστήριξης από ενηλίκους και φίλους, καθώς και από την ένδεια διά ζώσης διάδρασης στις σχέσεις με τους άλλους».
Πώς εκδηλώνεται
Στα παιδιά, το burnout μπορεί να εκδηλωθεί με επίμονη κόπωση, απώλεια ενδιαφέροντος για το σχολείο ή για δραστηριότητες που προηγουμένως τα ευχαριστούσαν, συναισθηματική απόσυρση, ευερεθιστότητα και μια αυξανόμενη αίσθηση ότι «δεν είναι καλά». Τα σωματικά συμπτώματα –πονοκέφαλοι, κοιλιακά άλγη (έως και διάρροια), διαταραχές του ύπνου, ακόμα και λοιμώξεις (κυρίως αναπνευστικές)– είναι συχνότερα από όσο στους ενηλίκους. Και είναι σημαντικό οι γονείς να κατανοήσουν ότι διαφέρει από την κατάθλιψη ή τις αγχώδεις διαταραχές, αν και μπορεί να συνυπάρχει με αυτές.
«Συνήθως συνδέεται με καταστάσεις που εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως τις εξετάσεις ή την πίεση για σχολικές επιδόσεις, ενώ βελτιώνεται όταν μειώνονται οι στρεσογόνοι παράγοντες και ενισχύονται οι υποστηρικτικές σχέσεις. Η έγκαιρη αναγνώριση έχει κρίσιμη σημασία, αφού όταν το πρόβλημα αγνοείται ή υποτιμάται, ενδέχεται να εξελιχθεί σε σοβαρότερες συναισθηματικές ή ψυχικές δυσκολίες και συμπεριφορές, με αρνητικές επιπτώσεις, εξηγεί ο κ. Χρούσος.
Γι’ αυτό και ο ρόλος του οικογενειακού αλλά και του σχολικού περιβάλλοντος είναι καθοριστικός, τόσο για την πρόληψη όσο και για την αποκατάσταση. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να αισθανθούν ότι τα βλέπουν, τα ακούν και τα στηρίζουν. Αντίθετα, ο υποτιμητικός λόγος ή οι συνεχείς συγκρίσεις αυξάνουν το άγχος και τη δυσφορία. «Το burnout είναι κραυγή για βοήθεια, όχι ένδειξη αδυναμίας. Μας δείχνει ότι το σύστημα στρες ενός παιδιού έχει φτάσει ένα όριο που χρειάζεται ανακούφιση, φροντίδα και χρόνο για να ανακάμψει. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με καλές διατροφικές συνήθειες, επαρκή ύπνο, αγάπη, αποδοχή, ενσυναίσθηση, ρεαλιστικές προσδοκίες, ευκαιρίες για αυτονομία και σύνδεση. Ολα όσα θα εξασφαλίσουν, δηλαδή, τη μακροπρόθεσμη ψυχική και σωματική υγεία του», καταλήγει ο καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας.
Σύμφωνα με πρόσφατη βρετανική έρευνα, σχεδόν ένα στα έξι παιδιά στον δυτικό κόσμο υποφέρει από εξουθένωση. Για τον παιδοψυχίατρο – ψυχαναλυτή Αθανάσιο Αλεξανδρίδη είναι αναμενόμενο. «Το burnout βρίσκει έδαφος στη νευροφυσιολογία και την ψυχοπαθολογία, όμως κατά βάση είναι πολιτισμική νόσος», επισημαίνει. «Προκαλείται από μια οργανική εξάρτηση από συγκεκριμένες ορμόνες, όπως την αδρεναλίνη και την ντοπαμίνη οι οποίες εκκρίνονται όταν είμαστε σε διαρκή δράση. Και συγχρόνως, σε επίπεδο υπαρξιακό και ψυχολογικό, που δημιουργείται όταν, ενήλικοι και παιδιά, λειτουργούμε μέσα σε ένα μεγάλο “πρότζεκτ” που δεν σταματά ποτέ. Η δομή του σημερινού σχολείου ρίχνει νερό στον μύλο του burnout. Θα έπρεπε να είναι ολοήμερο, να περιλαμβάνει και τη μελέτη και μετά το σχόλασμα τα παιδιά να έχουν ελευθερωμένο, όπως προτιμώ να τον αποκαλώ, χρόνο. Αντιθέτως, είναι φορτωμένα με χίλιες δυο υποχρεώσεις και δραστηριότητες, όχι μόνο τις καθημερινές αλλά και τα Σαββατοκύριακα. Κι αυτό φορτίζει όλη την οικογένεια. Επιπλέον, η έννοια της επίδοσης υπάρχει παντού. “Τι βαθμό πήρες;”. “Εβαλες γκολ;”. “Τι χρόνο έκανες στο τρέξιμο;”. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο, για μικρούς και μεγάλους: δεν μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία σε όσα κάνουμε, γιατί δεν αντέχουμε τον φόβο του κενού. Κι όμως, είναι τόσο δημιουργικό το κενό· από αυτό θα προκύψει κάτι αυθεντικό. Διαφορετικά, θα παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε έτοιμα “σχήματα”».

