το περιβάλλον και αποτιμά τις επιπτώσεις μέχρι το 2050
Μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της γης αναμένεται να αυξηθεί από τα 7
στα 9 δισ. ανθρώπους. Παρά την τρέχουσα οικονομική κρίση, το
μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας εκτιμάται ότι θα τετραπλασιαστεί.
Η Αφρική, παρότι θα παραμείνει η φτωχότερη ήπειρος, θα γνωρίσει την
ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη στον κόσμο ανάμεσα στο 2020 και το
2050. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας και της Ινδίας θα περιοριστούν,
ενώ η μέση ηλικία του πληθυσμού τους θα αυξηθεί. Στις δυτικές
χώρες, ο αριθμός των ανθρώπων άνω των 65 ετών θα φθάσει στο 25% του
πληθυσμού από 15% σήμερα. Οι άνθρωποι παγκοσμίως θα στραφούν στις
πόλεις, όπου θα φιλοξενείται μέχρι το 2050 το 70% των κατοίκων του
πλανήτη. Oλες αυτές οι αλλαγές θα έχουν σαφή επίδραση στον τρόπο
ζωής και στην κατανάλωση και όπως είναι επόμενο, μεγάλες συνέπειες
στο περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους.
Σε ποια κατάσταση, λοιπόν, θα είναι το περιβάλλον το 2050 αν δεν
ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα για την προστασία του; Στο ερώτημα αυτό
επιχειρεί να δώσει απάντηση η πρόσφατη έκδοση του Οργανισμού
Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) «Περιβαλλοντικές
προοπτικές του ΟΟΣΑ έως το 2050: Οι συνέπειες της αδράνειας». Η
έκθεση υποδεικνύει ότι το κόστος της αδράνειας θα μπορούσε να είναι
κολοσσιαίο, τόσο σε οικονομικούς, όσο και σε ανθρώπινους όρους,
απαριθμώντας τις επιπτώσεις σε τέσσερις βασικούς τομείς: κλιματική
αλλαγή, βιοποικιλότητα, νερό, επιπτώσεις της ρύπανσης στην υγεία.
Oπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, καθώς οι χώρες αγωνίζονται για να
αντεπεξέλθουν στα τεταμένα δημόσια οικονομικά τους και να
καταπολεμήσουν την υψηλή ανεργία δεν πρέπει να παραμελούν τις
επόμενες γενεές, προκειμένου να αποφευχθούν μη αναστρέψιμες βλάβες
στο περιβάλλον. Η έκκληση του ΟΟΣΑ για δράση έχει ακόμα μεγαλύτερη
σημασία, καθώς προέρχεται από έναν διεθνή οργανισμό χωρών που
υποστηρίζουν τις αρχές της ελεύθερης αγοράς.
Aνοδος θερμοκρασίας, διπλάσιοι οι πρόωροι θάνατοι λόγω
νέφους
Πώς θα είναι ο κόσμος μας το 2050, αν δεν ληφθούν μέτρα για τον
περιορισμό των σημερινών περιβαλλοντικών προκλήσεων; Η μελέτη του
ΟΟΣΑ δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Σύμφωνα λοιπόν με τις
εκτιμήσεις των ειδικών, το 2050 η ζήτηση για ενέργεια θα έχει
σχεδόν διπλασιαστεί και θα εξακολουθεί να βασίζεται κατά κύριο λόγο
στους ορυκτούς πόρους. Αυτό συνεπάγεται επιδείνωση της
ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη και των
ασθενειών που σχετίζονται με αυτούς τους δύο παράγοντες και μείωση
της βιοποικιλότητας.
Πιο συγκεκριμένα:
– Η ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, σε συνδυασμό με την
απουσία μιας αποφασιστικής αλλαγής πλεύσης στον Δυτικό κόσμο θα
οδηγήσουν σε αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια κατά 80%
(15% για τη Βόρεια Αμερική, 28% για τις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ,
2,5% για την Ιαπωνία, 112% για το Μεξικό), με το 85% να παράγεται
από ορυκτά καύσιμα. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια
αύξηση κατά 50% των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε παγκόσμιο
επίπεδο και την επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Περαιτέρω, η
μέση παγκόσμια θερμοκρασία θα αυξηθεί από 3 – 6 βαθμούς Κελσίου
μέχρι το τέλος της δεκαετίας, υπερβαίνοντας τον διεθνώς
συμφωνηθέντα στόχο για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας
μέχρι τους 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Oπως επισημαίνει η έκθεση του ΟΟΣΑ, ακόμα και αν οι σημερινές
δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών τηρηθούν, δεν θα είναι επαρκείς
για την αύξηση της θερμοκρασίας σε επίπεδα μέχρι 2 βαθμών Κελσίου
εκτός και εάν συντελεστούν πολύ γρήγορες αλλά πολυδάπανες ενέργειες
μείωσης των εκπομπών μετά το 2020.
– Κυριότερη (περιβαλλοντική) αιτία θνησιμότητας σε παγκόσμιο
επίπεδο θα είναι η αστική ατμοσφαιρική ρύπανση. Ο αριθμός των
πρόωρων θανάτων λόγω των ατμοσφαιρικών ρύπων που οδηγούν σε
αναπνευστική ανεπάρκεια σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι θα
διπλασιαστεί σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα για να φτάσει τα 3,6
εκατ. κάθε χρόνο, με τους περισσότερους στην Κίνα και την Ινδία. Οι
χώρες του ΟΟΣΑ, ο πληθυσμός των οποίων είναι κυρίως τρίτης ηλικίας
και εξαιρετικά αστικοποιημένος, πιθανότατα να έχουν ένα από τα
υψηλότερα ποσοστά πρόωρων θανάτων λόγω του ποσοστού συγκέντρωσης
του όζοντος σε επίπεδο εδάφους.
Διόλου αμελητέα αναμένεται να είναι και η αύξηση του ποσοστού
θνησιμότητας από τις ασθένειες που προκαλούν τα επικίνδυνα χημικά
απόβλητα, ιδίως στις χώρες όπου δεν εφαρμόζονται επαρκή μέτρα
ασφαλείας για τα χημικά. Την ίδια στιγμή όμως οι χώρες αυτές θα
κυριαρχήσουν στην παγκόσμια παραγωγή χημικών προϊόντων μέχρι το
2050.
Μείωση χλωρίδας, πανίδας
– Οι αυξανόμενες πιέσεις (λ. χ. αλλαγή χρήσης της γης, κλιματική
αλλαγή) θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη Φύση. Περισσότερο από το
10% των ειδών χλωρίδας και πανίδας θα χαθεί μέσα στα επόμενα 40
χρόνια, με σημαντικές απώλειες σε Ασία, Ευρώπη, Ν. Αφρική. Τα δάση,
που είναι πλούσια σε βιοποικιλότητα, προβλέπεται ότι θα
συρρικνωθούν κατά 13%. Περαιτέρω, ο πληθυσμός των ψαριών θα
συρρικνωθεί, ενώ η «εισβολή ειδών» σε οικοσυστήματα θα αποτελεί
ολοένα και αυξανόμενη απειλή στη διατήρηση της ισορροπίας τους.
Σε ανοδική πορεία η ζήτηση νερού
Η μελέτη του ΟΟΣΑ κάνει ειδική αναφορά στις επιπτώσεις της
πολιτικής αδράνειας στο θέμα της ποιότητας και επάρκειας των
υδάτινων αποθεμάτων σε όλο τον πλανήτη. Σύμφωνα με την έκθεση, η
ζήτηση νερού θα πολλαπλασιαστεί, ενώ θα αυξηθούν οι πληθυσμοί που
κατοικούν κοντά σε ποταμούς και λίμνες, με συνεπακόλουθη αύξηση των
πιέσεων. Η δε ρύπανση από αστικά και βιομηχανικά απόβλητα εκτιμάται
ότι θα επιδεινωθεί στις χώρες εκτός ΟΟΣΑ.
Πιο συγκεκριμένα:
– Η ζήτηση νερού σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να αυξηθεί κατά
55%. Πιο συγκεκριμένα, η ζήτηση νερού για βιομηχανική χρήση θα
αυξηθεί κατά 400%, για παραγωγή θερμικής ενέργειας κατά 140% και
για οικιακή χρήση κατά 130%, συρρικνώνοντας τα αποθέματα νερού που
θα είναι διαθέσιμα για τη γεωργία.
– Σύμφωνα με την έρευνα, 2,3 δισ. άνθρωποι περισσότεροι από ό,τι
σήμερα -πάνω από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού- προβλέπεται ότι
το 2050 θα ζουν σε «λεκάνες απορροής ποταμών», σε περιοχές
ελλειμματικές σε καθαρό πόσιμο νερό, κυρίως στη Βόρεια και Νότια
Αφρική και στη Βόρεια και Κεντρική Ασία. Ως αποτέλεσμα, η ρύπανση
των υδάτων από αστικά και γεωργικά απόβλητα θα επιδεινωθεί,
εντείνοντας έτσι τον ευτροφισμό και την απώλεια θαλάσσιας
βιοποικιλότητας.
– Πάντως, στις χώρες BRIICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Ινδονησία,
Κίνα, Νότια Αφρική) αναμένεται να αυξηθεί το ποσοστό του πληθυσμού
με πρόσβαση σε βελτιωμένης ποιότητας νερό, όχι απαραίτητα ασφαλές,
ενώ περισσότεροι από 240 εκατ. άνθρωποι -κυρίως κάτοικοι αγροτικών
περιοχών- αναμένεται να μην έχουν καν παρόμοια πρόσβαση. Παράλληλα,
στις χώρες του ΟΟΣΑ θα μειωθεί σταδιακά η ρύπανση των υδάτων από
πηγές όπως η βιομηχανία και τα αστικά απόβλητα. Μακροπρόθεσμα
εκτιμάται ότι στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη η πρόσβαση σε καθαρό
πόσιμο νερό θα βελτιωθεί, με αποτέλεσμα τη μείωση της παιδικής
θνησιμότητας.
– Η έκθεση του ΟΟΣΑ κάνει ειδική μνεία στις περιβαλλοντικές
επιπτώσεις των μεγάλων φραγμάτων. «Μεγάλης κλίμακας έργα υποδομής,
όπως τα φράγματα, που έχουν στόχο την παροχή νερού και την παραγωγή
ενέργειας, έχει αποδειχθεί ότι διαταράσσουν τα οικοσυστήματα, με
συνέπειες στη διατήρηση της βιοποικιλότητας».
Oι πράσινοι φόροι είναι αναγκαίοι
Η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Ολα εξαρτώνται από την εφαρμογή
καλοσχεδιασμένων πολιτικών, που θα διασφαλίσουν την οικονομική
ανάπτυξη και το μέλλον των επομένων γενεών. Οπως υποστηρίζει ο
ΟΟΣΑ, το εύρος και η πολυπλοκότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων
απαιτούν να λαμβάνεται υπόψη σε όλες τις οικονομικές αποφάσεις ο
περιβαλλοντικός παράγοντας, με τρόπο ουσιαστικό, όχι επιφανειακό.
Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να γίνει αυτό;
– Η ρύπανση πρέπει να γίνει πολύ δαπανηρή υπόθεση, σαφώς πιο
δαπανηρή από τη χρήση «πράσινων» επιλογών. Η χρήση εργαλείων
άσκησης οικονομικής πολιτικής, όπως η επιβολή περιβαλλοντικών φόρων
και η επέκταση του «χρηματιστηρίου ρύπων» είναι κινήσεις που θα
βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση. Αρκετές χώρες, επισημαίνει η
έκθεση, έχουν επιβάλει πράσινους φόρους, χρησιμοποιώντας αυτά τα
έσοδα ώστε να μειώσουν τη φορολόγηση της εργασίας, καθιστώντας την
φθηνότερη.
– Οι τιμές των αγαθών πρέπει να αντικατοπτρίζουν την πραγματική
αξία των φυσικών πόρων και των «υπηρεσιών» που προσφέρουν τα
οικοσυστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σωστότερη
τιμολόγηση του νερού, ιδίως στις περιοχές που υποφέρουν από
λειψυδρία. Η καλύτερη τιμολόγηση του νερού μπορεί να χρησιμοποιηθεί
για την κατασκευή υποδομών υδροδότησης ή άρδευσης.
– Πρέπει να επινοηθούν αποτελεσματικοί κανόνες και πρότυπα. Για
παράδειγμα, οι δυνατότητες ενεργειακής απόδοσης δεν μπορούν να
αξιοποιηθούν πλήρως μέσω της τιμολόγησης του άνθρακα και μόνο.
– Δεν θα πρέπει να επιδοτούνται δραστηριότητες που είναι
επιβλαβείς για το περιβάλλον, όπως η παραγωγή ορυκτών καυσίμων.
– Η καινοτομία θα πρέπει να ενθαρρύνεται, όταν αφορά την
άμβλυνση των πιέσεων προς το περιβάλλον και την αειφορική
διαχείρισή του. Σημαντική σε αυτή την κατεύθυνση είναι και η
διάχυση της γνώσης προς τις μη ανεπτυγμένες χώρες.
– Τέλος, με δεδομένη την έκταση των πιέσεων που ασκούνται στο
περιβάλλον και την πολυπλοκότητα της σχέσης αυτής, πρέπει να
σχεδιάζεται ο κατάλληλος συνδυασμός πολιτικών. Για παράδειγμα, να
συνδυαστούν εργαλεία πληροφόρησης όπως η οικολογική σήμανση των
προϊόντων, με την προώθηση της έρευνας.

