Χιλιάδες ανήσυχοι περιβαλλοντολόγοι, σκληροτράχηλοι
διαπραγματευτές και καχύποπτοι δημοσιογράφοι συγκεντρώθηκαν αυτή
την εβδομάδα στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής για το ετήσιο «τσίρκο»
του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Η σωτηρία του πλανήτη, το
κεντρικό θέμα της συζήτησης πριν από δύο χρόνια στην Κοπεγχάγη, δεν
βρισκόταν στην πρώτη θέση του ενδιαφέροντος.
Πρωταρχικός στόχος της συνόδου ήταν η σωτηρία του «τσίρκου»,
καθώς η αποτυχία υπογραφής δεσμευτικής συμφωνίας στην Κοπεγχάγη για
τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στον πλανήτη,
καταδίκασε εκ προοιμίου τις προσπάθειες στο Ντέρμπαν.
Οι διαπραγματευτές αυτή την εβδομάδα είχαν θέσει τρεις στόχους:
να καθορίσουν τις λεπτομέρειες των πρωτοβουλιών που συμφωνήθηκαν
πέρσι στο Κανκούν του Μεξικού, όπως το Ταμείο Πράσινου Κλίματος. Το
Ταμείο αυτό αποσκοπεί να βοηθήσει φτωχά κράτη, ώστε αυτά να
μπορέσουν να περιορίσουν τις εκπομπές καυσαερίων και να
προσαρμοστούν στις νέες κλιματικές συνθήκες. Το Ταμείο επρόκειτο να
διαθέτει αποθεματικό ύψους 100 δισ. δολαρίων μέχρι το 2020.
Στο Ντέρμπαν, όμως, τα πλούσια κράτη δεν δεσμεύθηκαν στην
καταβολή κεφαλαίων. Η επιτυχία της συνόδου συνίσταται στη συζήτηση
που έγινε γύρω από τις λεπτομέρειες του Ταμείου, όπως την ισχύ των
δωρητών και τις υποχρεώσεις των δανειστών, αλλά και για τον ρόλο
του Ταμείου στην προσέλκυση επενδυτών. Ακόμη και αυτό το σημείο,
όμως, έδωσε αφορμή για διενέξεις, με τις ΗΠΑ να απαιτούν μεγαλύτερη
εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα. Η συγκεκριμένη διαφωνία αποδείχθηκε,
όμως, ευεπίλυτη, αναδεικνύοντας το Ταμείο Πράσινου Κλίματος τη
σημαντικότερη επιτυχία της συνόδου στο Ντέρμπαν.
Δυσκολότερη αποδείχθηκε, στο μεταξύ, η χρονική επιμήκυνση του
πρωτοκόλλου του Κιότο, με τα βιομηχανικά κράτη να απαιτούν την
αναστολή του και τα αναπτυσσόμενα να ζητούν τη διατήρησή του. Η
μόνη παγκόσμια δεσμευτική συμφωνία με στόχο τον περιορισμό των
εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα αποδείχθηκε κολοσσιαία αποτυχία.
Μετά την υπογραφή του το 1997, οι παγκόσμιες εκπομπές καυσαερίων,
που βλάπτουν το περιβάλλον, αυξήθηκαν κατά 25%, κυρίως στα
αναπτυσσόμενα κράτη. Η συμφωνία δεν περιορίζει τις εκπομπές των
κρατών αυτών, που αποτελούν σήμερα ποσοστό 58% του συνόλου των
εκπομπών καυσαερίων στον κόσμο, με την Κίνα να ευθύνεται για το 23%
από αυτές. Ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός ρύπων, οι ΗΠΑ με 20%,
παραμένει και αυτή εντελώς ελεύθερη να ρυπαίνει, καθώς δεν υπέγραψε
τη συμφωνία του Κιότο.
Την ίδια στιγμή, οι ανεπτυγμένες χώρες, που υπέγραψαν το Κιότο
νιώθουν εξαπατημένες. Ιαπωνία και Ρωσία απέρριψαν δεύτερο γύρο
περικοπών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, μετά την εκπνοή των
δεσμεύσεών τους στα τέλη του 2012.
Συγκρούσεις για το Κιότο
Ο Καναδάς, που αναμένεται να υπερβεί μαζικά τους στόχους του
Κιότο, πρόκειται να υπαναχωρήσει μονομερώς από τη συνθήκη. «Το
Κιότο αποτελεί παρελθόν», είπε ο υπουργός Περιβάλλοντος του Καναδά,
Πίτερ Κεντ, λίγο πριν αναχωρήσει για το Ντέρμπαν. Η Ε.Ε. μένει έτσι
ως η μόνη βιομηχανική δύναμη πρόθυμη να δεσμευθεί σε δεύτερη
πενταετή περίοδο συρρίκνωσης ρύπων. Οι ευρωπαϊκές εκπομπές
αντιπροσωπεύουν, όμως, μόλις 14% των παγκόσμιων, ενώ μια δεύτερη
δέσμευση (μείωση 20% μέχρι το 2020) προβλέπεται ήδη από την κείμενη
ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία.
Τα πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν στο μεταξύ ότι ο
κόσμος αποτυγχάνει οικτρά να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της
κλιματικής αλλαγής. Φτωχοί και πλούσιοι στον πλανήτη έχουν
αποδεχθεί το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι η αύξηση της μέσης
θερμοκρασίας του πλανήτη δεν πρέπει να υπερβεί τους δύο βαθμούς
Κελσίου. Η Υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΟΗΕ εκτιμά, όμως, ότι ακόμη
και αν όλα τα κράτη τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, οι παγκόσμιες
εκπομπές καυσαερίων θα αυξηθούν σε τέτοιο βαθμό, που η άνοδος της
θερμοκρασίας θα είναι μεγαλύτερη και πιο βλαβερή.
Οι Ευρωπαίοι, που επιθυμούν ειλικρινά να αντιμετωπίσουν το
πρόβλημα, πρότειναν την ανανέωση της ισχύος της συμφωνίας του Κιότο
για άλλα πέντε χρόνια.
H θέση της Κίνας, της Ινδίας και άλλων αναπτυσσόμενων
χωρών
Κίνα, Ινδία και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ήδη δεσμευθεί
να περιορίσουν την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων από τις βιομηχανίες
τους.
Αυτό έπραξαν στην Κοπεγχάγη, ενώ οι δεσμεύσεις τους αυτές
περιελήφθησαν στη συμφωνία του Κανκούν. Τα κράτη αυτά αρνήθηκαν,
όμως, να μετατρέψουν τη δέσμευση αυτή σε νομική υποχρέωση, καθώς
δεν επιθυμούν να πλήξουν τις αναπτυξιακές τους προοπτικές σε αυτή
την αρνητική οικονομική συγκυρία.
Με την άποψη αυτή συμφωνεί η μελέτη του καθηγητή Μάικλ
Γκρίνστοουν από το Πανεπιστήμιο ΜΙΤ της Βοστώνης.
Η έρευνα του δρος Γκρίνστοουν δείχνει ότι οι καύσωνες στην
άριστα ηλεκτροδοτημένη Αμερική σκοτώνουν ελάχιστους πολίτες, χάρη
στην παρουσία κλιματιστικών συσκευών σχεδόν σε κάθε σπίτι.
Αντίθετα, στην Ινδία όπου 300 εκατομμύρια κάτοικοι δεν διαθέτουν
ηλεκτρικό, οι καύσωνες σκοτώνουν χιλιάδες κατοίκους. Αμεση
προτεραιότητα του ινδικού κράτους καθίσταται έτσι η παροχή ρεύματος
σε όλους τους πολίτες, ενώ οι προτάσεις περιορισμού της χρήσης
ηλεκτρικού ρεύματος αντιμετωπίζονται ως απειλές από το Νέο Δελχί
για τα αναπτυξιακά του σχέδια.
Το μεγαλύτερο αίνιγμα, όμως, προέρχεται από την Κίνα, της οποίας
οι κατά κεφαλήν εκπομπές ξεπερνούν ήδη εκείνες πολλών ευρωπαϊκών
κρατών. Οι κινεζικοί στόχοι με σκοπό τον περιορισμό των εκπομπών
καυσαερίων θα καταστούν έτσι το κρισιμότερο στοιχείο κάθε
μελλοντικής κλιματικής συμφωνίας.

