Αλήθεια, πόσο προστατεύονται οι «προστατευόμενες» περιοχές; Η
πρώτη ολοκληρωμένη αποτίμηση των 10 ετών λειτουργίας των φορέων
διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών αποκαλύπτει τον επιδερμικό και
αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο όλα αυτά τα χρόνια η πολιτεία
αντιμετωπίζει μια από τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις της για το
περιβάλλον. Βασικά προβλήματα που αναδεικνύει η έκθεση της
επιτροπής «Φύση 2000» είναι η απουσία φύλαξης των περιοχών, η
έλλειψη σταθερής χρηματοδότησης και η ασυνέχεια των κρατικών
πολιτικών.
Οι φορείς διαχείρισης, συμβούλια με εκπροσώπους επιστημονικών
και τοπικών φορέων κλήθηκαν πριν από μια δεκαετία να αναλάβουν τον
ρόλο του συντονιστή για 27 προστατευόμενες περιοχές, πασχίζοντας με
ελάχιστα θεσμικά και πραγματικά μέσα να φέρουν σε πέρας ένα
εξαιρετικά δύσκολο έργο. Επικεφαλής τους, η επιτροπή «Φύση 2000»,
που συστάθηκε στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ το 1998, αλλά ξεκίνησε να
λειτουργεί… τον Μάιο του 2010! Πριν από λίγες ημέρες, η επιτροπή
«Φύση 2000» ολοκλήρωσε την πρώτη συνολική έκθεση για τα 10 χρόνια
λειτουργίας του θεσμού, στην κατάρτιση της οποίας συμμετείχαν και
οι ίδιοι οι φορείς μέσω ερωτηματολογίων. Ας δούμε ορισμένα από τα
ζητήματα που αναδεικνύουν:
– Φύλαξη – εποπτεία
Περισσότερο από το 85% των φορέων διαχείρισης θεωρούν ότι η
φύλαξη των περιοχών που εποπτεύουν είναι λίγο ή καθόλου επαρκής.
Περίπου το 40% των φορέων συνεργάζεται ελάχιστα ή και καθόλου με
τις άλλες αρμόδιες αρχές για τη φύλαξη της περιοχής και την
εφαρμογή της νομοθεσίας σε αυτήν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι
τοπικές κοινωνίες δεν έχουν κατανοήσει τον ρόλο των φορέων, ούτε
έχουν αποδεχθεί τις προστατευόμενες περιοχές.
– Διαχείριση
Στο 60% των φορέων δεν εφαρμόζεται κανένα σύστημα επιστημονικής
παρακολούθησης για τα είδη που απαντούν στην περιοχή και στο 80%
για τους τύπους των οικοτόπων. Μόνον ένας φορέας έχει εγκεκριμένο
σχέδιο διαχείρισης. Μόλις ένας στους τρεις φορείς δηλώνει ότι οι
γνωμοδοτήσεις του εισακούονται πάντα από τις αρμόδιες για την
αδειοδότηση υπηρεσίες.
– Οικονομικά
Στο 75% των φορέων υπάρχουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησής
τους και αμοιβής των εργαζομένων τους. Η μεγάλη πλειονότητα των
φορέων επιχορηγείται αποκλειστικά από το ΕΠΠΕΡΑΑ (Επιχειρησιακό
Πρόγραμμα Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη) ή τα ΠΕΠ (Περιφερειακά
Επιχειρησιακά Προγράμματα) για την κάλυψη των αναγκών τους. Είναι
πολύπλοκη, χρονοβόρα και γραφειοκρατικά ογκωδέστατη η διαδικασία
για την τμηματική λήψη των επιχορηγήσεων, γεγονός που αποβαίνει σε
βάρος της υλοποίησης των ουσιαστικών δράσεών τους.
– Λειτουργία
Πολλά μέλη των διοικητικών συμβουλίων απουσιάζουν συστηματικά
από τις συνεδριάσεις τους. Οι εκπρόσωποι των υπουργείων είναι
εκείνοι που απουσιάζουν περισσότερο: οι εκπρόσωποι του υπουργείου
Οικονομικών απουσιάζουν συστηματικά στο 85% των φορέων, του
υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης στο 55% των φορέων και του
υπουργείου Περιβάλλοντος στο 45% (!) των φορέων διαχείρισης.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 70% των φορέων εκτιμούν ότι η
συγκεκριμένη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων εξυπηρετεί λίγο ή
καθόλου τους σκοπούς ίδρυσής τους. «Τα περισσότερα μέλη του Δ.Σ.
δεν αντιλαμβάνονται ότι εκπροσωπούν ένα φορέα προστασίας της φύσης
και δεν συμπεριφέρονται ανάλογα», παρατηρεί η έκθεση.
– Θεσμική κατοχύρωση
Περισσότερα από 10 χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής του θεσμού
των φορέων διαχείρισης, το 77% των περιοχών Natura δεν καλύπτεται
με κάποιο θεσμικό πλαίσιο, ή καλύπτεται με πεπαλαιωμένες και
αναποτελεσματικές διατάξεις (π.χ. Βασιλικά Διατάγματα), ενώ
προβληματική είναι η κατάσταση για την πλειονότητα των περιοχών που
χαρακτηρίστηκαν προστατευόμενες με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ). Η
λανθασμένη επιλογή των ΚΥΑ από πλευράς πολιτείας (2002) για τη
θεσμική θωράκιση των προστατευόμενων περιοχών επαναφέρει σήμερα το
θέμα της προστασίας και τις σχετικές διαδικασίες περίπου εκεί όπου
ήταν πριν 10 χρόνια, αφού θα πρέπει να αντικατασταθούν από
Προεδρικά Διατάγματα (Π.Δ.). Μεγάλο πρόβλημα αποτελεί το γεγονός
ότι οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ), στις οποίες
βασίστηκαν οι ΚΥΑ, είναι ξεπερασμένες…
Φροντίδα με διαλείμματα
Επικεφαλής της επιτροπής «Φύση 2000» είναι η κ. Δέσποινα Βώκου,
καθηγήτρια Οικολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η
οποία έζησε «εκ των έσω» την υπόθεση των φορέων διαχείρισης, όντας
για αρκετά χρόνια υπεύθυνη του φορέα Λουδία-Αξιού-Αλιάκμονα.
«Το σοβαρότερο πρόβλημα από αυτά που αναδεικνύει η έκθεση της
επιτροπής είναι η φύλαξη», λέει στην «Κ». «Ενα πρόβλημα που δεν
αφορά μόνο τις περιοχές με φορέα διαχείρισης, καθώς το 77% των
περιοχών Natura δεν έχει κανένα θεσμικό καθεστώς. Εκεί θα πρέπει
αρχικά να εστιάσουμε. Δεν μπορεί τα περιβαλλοντικά «διαμάντια» της
χώρας να είναι αφύλακτα».
Μεγάλο πρόβλημα είναι και η ασυνέχεια στη λειτουργία τους. «Δεν
είναι δυνατόν η φροντίδα των προστατευόμενων περιοχών να
διακόπτεται και να ξεκινά όποτε βρίσκουμε κονδύλια. Η πρακτική
αυτή, εκτός του ότι δεν δημιουργεί ένα σταθερό πλαίσιο ασφάλειας
στις περιοχές που θέλουμε να προστατεύσουμε, έχει μια επιπλέον
συνέπεια: δίνει στις τοπικές κοινωνίες την αίσθηση ότι ο φορέας
διαχείρισης είναι κάτι προσωρινό».
Τέλος, ανάμεσα στα προβλήματα των φορέων, σημαντική είναι και η
απουσία παρακολούθησης των ειδών και οικοτόπων που αποφάσισε η
πολιτεία να προστατεύσει.
«Η Ε.Ε. δίνει κονδύλια για τον σκοπό αυτό, τα οποία μένουν
αχρησιμοποίητα. Το γιατί είναι ένα μεγάλο ερώτημα».
Η έκθεση της επιτροπής «Φύση 2000» καταλήγει σε σειρά
διαπιστώσεων και προτάσεων. «Η δεκαετής εφαρμογή του θεσμού των
φορέων διαχείρισης είναι ένα ατελές εγχείρημα. Μετά μεγάλη περίοδο
κυοφορίας και μετά τις ισχυρές πιέσεις της Ε.Ε. ιδρύθηκε ο πρώτος
φορέας, αυτός της Ζακύνθου, υπό την πίεση της απειλούμενης διακοπής
της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης στην περιοχή.
Ο φορέας Σχινιά-Μαραθώνα, ακολούθησε υπό την πίεση των
αντιδράσεων από τη δημιουργία ολυμπιακών εγκαταστάσεων σε περιοχές
Natura.
Αλλοι 25 φορείς δημιουργήθηκαν εν μια νυκτί, χωρίς καμιά
πρόβλεψη για απρόσκοπτη σταθερή λειτουργία. O νεότερος 28ος είναι
ακόμα στα χαρτιά», αναφέρεται στην έκθεση.
«Με δεδομένη τη σημερινή δυσμενή συγκυρία, δεν προτείνουμε τη
δημιουργία νέων φορέων. Αντ’ αυτού, προτείνουμε να εξεταστεί η
δυνατότητα να επεκταθεί η αρμοδιότητά τους σε γειτονικές
περιοχές.
Επίσης, η πολιτεία πρέπει να εργαστεί συστηματικά στο κομμάτι
θεσμικής θωράκισης των περιοχών Natura στο οποίο υπολειπόμαστε και
να εξασφαλίσει μια σταθερή πηγή χρηματοδότησης», λέει η κ. Βώκου.
«Αυτά θεωρούμε ότι είναι τα απολύτως απαραίτητα».

