πληρώσουν τα ακριβότερα εγκεκριμένα
«Πονοκέφαλο» σε αγρότες, εμπόρους γεωργικών σκευασμάτων, αλλά
και εταιρείες φυτοφαρμάκων έχει προκαλέσει η αδυναμία αγοράς
εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων λόγω της διακοπής πίστωσης στους αγρότες
από τις τράπεζες. Σύμφωνα με τον ΕΣΥΦ (Ελληνικός Σύνδεσμος
Φυτοπροστασίας) εκτιμάται ότι στη νότια Ευρώπη οι τιμές λιανικής
πολλών φυτοφαρμάκων είναι υψηλότερες απ’ ό,τι στην Κεντρική Ευρώπη,
λόγω της πολυκαλλιέργειας, του μικρού μέσου κλήρου, του μεγάλου
αριθμού εντομολογικών ασθενειών και της πολυτυπίας των
συσκευασιών.
Ταυτόχρονα, οι τιμές των ιδίων σκευασμάτων είναι σαφώς
χαμηλότερες στις βαλκανικές χώρες, όπου κυκλοφορούν βέβαια και
πολλά σκευάσματα με δραστικές ουσίες απαγορευμένες στην Ε.Ε.
«Φυτοφάρμακο της ίδιας πολυεθνικής πωλείται 50 ευρώ εδώ και 30 ευρώ
στη Βουλγαρία», αναφέρει στην «Κ» ο κ. Κώστας Αλεξανδρής, μέλος των
Νέων Αγροτών Εβρου. Ανθρωποι του χώρου το αποδίδουν και σε αδυναμία
του κράτους να ελέγξει την αισχροκέρδεια. Ως συνέπεια, οι πωλήσεις
στην Ελλάδα έχουν μειωθεί κατακόρυφα από το 2009, ενώ πολλά
καταστήματα και εγχώριες βιομηχανίες (κλάδος με ετήσιο κύκλο
εργασιών 170 εκατ. ευρώ) βρίσκονται στα πρόθυρα λουκέτου. Το
πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ στην Κρήτη.
Παράλληλα, παραγωγοί επισημαίνουν ότι η Ε.Ε., υιοθετώντας
φιλοπεριβαλλοντική πολιτική, καταργεί συνεχώς δραστικές ουσίες και
αντίστοιχα σκευάσματα χωρίς, όμως, να εγκρίνει άλλα προς
αντικατάστασή τους. Συγκεκριμένα, καταγγέλλεται ότι δεν κυκλοφορεί
κανένα εγκεκριμένο σκεύασμα για την καλλιέργεια της ροδιάς,
μολονότι προωθείται ιδιαίτερα ως καλλιέργεια. «Σε κάποιες
περιπτώσεις αντιπροτείνονται άλλα πιο ήπια σκευάσματα, τα οποία
όμως χρειάζονται χρόνο για να λειτουργήσουν», σχολιάζει ο κ. Κώστας
Λαγός, γεωπόνος εξειδικευμένος στη βιολογική γεωργία. Ωστόσο,
πολλοί αγρότες δεδομένης και της οικονομικής συγκυρίας, προσβλέπουν
στη μεγαλύτερη δυνατή παραγωγή με το χαμηλότερο κόστος, ακόμα και
αν πρόκειται να κάνουν «εκπτώσεις» στην ποιότητα. Ετσι, ένα παλιό,
«δοκιμασμένο» φάρμακο ή ένα σκεύασμα σε πολύ χαμηλή τιμή φαντάζει
ιδανικό, με αποτέλεσμα να «εκτοξεύεται» το ποσοστό εισαγωγών από
μεμονωμένα άτομα (παραγωγούς ή εμπόρους) ιδιαίτερα από τις
βαλκανικές χώρες και την Τουρκία. Σε πόλεις της Β. Ελλάδας και της
Θεσσαλίας, μάλιστα, το εμπορικό δαιμόνιο θριαμβεύει, καθώς
μοιράζονται τιμοκατάλογοι από καταστήματα στη Βουλγαρία και στα
Σκόπια με τεχνικές λεπτομέρειες μεταφρασμένες στα αγγλικά. Ο ΕΣΥΦ
υπολογίζει ότι το ποσοστό εισαγωγών ήταν περίπου 7% το 2008, 10% το
2009 και 15% το 2010. Εκτοτε, το φαινόμενο έχει ενταθεί έτι
περαιτέρω. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Europol σε ανακοίνωση της
13ης Ιανουαρίου 2012 κάνει λόγο για παράνομο εμπόριο εντός Ε.Ε. της
τάξης του 25%. Σημειώνεται ότι στα λιμάνια της Β. Ευρώπης
καταφθάνουν μεγάλες ποσότητες φυτοφαρμάκων κινεζικής προέλευσης,
που διανέμονται σε όλα τα κράτη-μέλη. Πριν από λίγες ημέρες,
κατόπιν έρευνας των Αρχών, στη Χάλκη Λάρισας κατασχέθηκαν πάνω από
200 σκευάσματα βουλγαρικής και τουρκικής προέλευσης που δεν είχαν
άδεια κυκλοφορίας στη χώρα μας. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι παράνομα
θεωρούνται όχι μόνο τα φυτοφάρμακα που περιέχουν ουσίες που έχουν
κριθεί από την Ε.Ε. επικίνδυνες (ανήκουν στο λεγόμενο παράρτημα 1),
αλλά και όσα δεν έχουν μεταφρασμένη την ετικέτα στα ελληνικά, δεν
έχει ανανεωθεί η άδεια κυκλοφορίας τους στην Ελλάδα κ.λπ. Η
Βουλγαρία ως μέλος της Ε.Ε. υπόκειται στους ίδιους κανονισμούς,
ωστόσο φαίνεται ότι ανθεί παράλληλα η παραγωγή και εμπορία
απαγορευμένων φαρμάκων.
Δεν καταστρέφονται
Και τα παρατράγουδα δεν έχουν τέλος, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις
φυτοφαρμάκων που επιτρέπονται στην Ισπανία, αλλά όχι στην Ελλάδα,
προκαλώντας σύγχυση ακόμα και στους ειδικούς. Αλλωστε, όσα
φυτοφάρμακα παύουν να κυκλοφορούν λόγω της δραστικής τους ουσίας,
αποσύρονται μεν από την αγορά, αλλά δεν καταστρέφονται.
Φημολογείται ότι σε πολλές αποθήκες εν Ελλάδι μπορεί να βρει κανείς
μέχρι… παραθείο και DDT!
Η προμήθεια απαγορευμένων ή εν γένει οικονομικότερων φαρμάκων
ερμηνεύεται από πολλούς σαν μια σπασμωδική κίνηση πολλών αγροτών,
που πνιγμένοι στα χρέη, ευελπιστούν σε μια καλή σοδειά και ένα
ανταγωνίσιμο προϊόν, ικανό να πωληθεί, ενδεχομένως και να εξαχθεί.
Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που μπορεί να καταστήσει την παραγωγή
τους πλήρως ακατάλληλη προς βρώση. Aναζητείται, λοιπόν, από την
πολιτεία πλάνο Β για ασφαλή και οικονομικά φυτοφάρμακα.
Λύση η παραγωγή γενοσήμων στην Ελλάδα
Διέξοδο στο δαιδαλώδες τοπίο της αγοράς φυτοφαρμάκων, αλλά και
από τους κινδύνους της χρήσης απαγορευμένων φαρμάκων, θα μπορούσε
να δοθεί με την παραγωγή από ελληνικές βιομηχανίες γενοσήμων
(generics). «Υπό την ευρεία έννοια, γενότυπα φυτοφάρμακα υπάρχουν
στην Ε.Ε.», λέει στην «Κ» ο δρ Αγροτικής Οικονομίας Θανάσης
Θεοχαρόπουλος, «κατ’ ουσίαν, όμως, λόγω των τεχνικών περιορισμών
που απορρέουν από την ευρωπαϊκή οδηγία 91/414 και τον νέο ευρωπαϊκό
κανονισμό 1107/2009, η έγκριση και διάθεση των φυτοπροστατευτικών
προϊόντων καθίστανται ασύμφορες». Προκύπτει το παράδοξο, γενόσημο
και πρωτότυπο φυτοφάρμακο να έχουν στο ράφι την ίδια τιμή. «Οταν
ίσχυε ο εθνικός νόμος 721 ήταν εφικτό μια ελληνική εταιρεία να
πάρει την έγκριση κυκλοφορίας έναντι κάποιων χιλιάδων ευρώ, ποσό
που σήμερα ξεπερνά το 1 εκατομμύριο ευρώ». Υπενθυμίζεται ότι, όπως
συμβαίνει και στα ανθρώπινα φάρμακα, η πατέντα ενός πρωτότυπου
φυτοφαρμάκου «σπάει» μετά από δέκα χρόνια, οπότε άλλες εταιρείες
δικαιούνται να καταθέσουν φάκελο με πιστοποιητικά που να
αποδεικνύουν την ισοδυναμία του προϊόντος τους με το πρωτότυπο και
να εξασφαλίσουν έγκριση κυκλοφορίας (off patented προϊόντα).
Με πρόσφατη ερώτηση προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και
Τροφίμων, οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτης Κουβέλης
και Νίκος Τσούκαλης ζητούν στατιστικά στοιχεία για την παραγωγή
γενοσήμων φυτοφαρμάκων στην Ελλάδα και ρωτούν για τη δυνατότητα
διεύρυνσης της παραγωγής κατόπιν θεσμοθέτησης αγορανομικής
διάταξης, που θα ορίζει την τιμή των γενοσήμων κατά 70-80%
χαμηλότερη από αυτή των πρωτοτύπων. Η απάντηση αναμένεται με
ενδιαφέρον.
«Πριν από πέντε χρόνια προμηθευόμουν «σπασμένα» φυτοφάρμακα με
την ίδια δραστική ουσία, αλλά τιμή μειωμένη κατά 30%», θυμάται ο κ.
Κώστας Αλεξανδρής από τις Φέρες Εβρου. «Τώρα, πλέον αυτά τα
σκευάσματα είναι δυσεύρετα», προσθέτει. Οπως επισημαίνει, τουρκικές
εταιρείες παράγουν γενόσημα φυτοφάρμακα στηρίζοντας έτσι την εθνική
αγροτική παραγωγή. «Εξάγουν τα ίδια προϊόντα με μας, αλλά έχουν το
περιθώριο να προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές τιμές».
Ωστόσο, στην εκτόξευση του κόστους φυτοπροστασίας και στις
διάφορες παρατυπίες φαίνεται να έχει συμβάλει και ένας άλλος
παράγοντας. «Στην περίπτωσή μας, γιατρός και φαρμακοποιός είναι το
ίδιο πρόσωπο», υπογραμμίζουν άνθρωποι του χώρου, «ο γεωπόνος που
κάνει τη διάγνωση και συνταγογραφεί είναι ο έμπορος των
φυτοφαρμάκων. Ολα εναπόκεινται στην ευσυνειδησία του».

