Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, τα επικίνδυνα ιατρικά απόβλητα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: τα αμιγώς μολυσματικά, τα μεικτά (τοξικά και μολυσματικά) και τα «άλλα επικίνδυνα», που στο παρελθόν χαρακτηρίζονταν «αμιγώς τοξικού χαρακτήρα». Για τη διαχείρισή τους, βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στην οποία βασίζεται η ελληνική, προβλέπονται συγκεκριμένες και αυστηρές διαδικασίες. Ανάλογα με το είδος του αποβλήτου, μπορεί να οδηγηθεί προς αποτέφρωση (στη μονάδα του ΧΥΤΑ Φυλής, που είναι η μοναδική στη χώρα) ή προς αποστείρωση («που πετυχαίνει μείωση του μικροβιακού φορτίου των αποβλήτων σε επίπεδα παρόμοια με αυτά των οικιακών»).
Το επόμενο βήμα σε θεσμικό επίπεδο αφορά την αναβάθμιση του κανονιστικού πλαισίου και τη διασαφήνιση των κατηγοριών στις οποίες υπάγεται το κάθε ρεύμα ιατρικών αποβλήτων. Οπως δηλώνει στην «Κ» η Χριστίνα Παπανικολάου, γενική γραμματέας Δημόσιας Υγείας, έχουν προχωρήσει οι σχετικές διαβουλεύσεις μεταξύ των υπουργείων Υγείας και Περιβάλλοντος, με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων. Οι νέες διατάξεις, όπως λέει, αναμένονται «στους επόμενους δύο-τρεις μήνες».
Ακόμα πιο κρίσιμο είναι να υπάρχει επαρκής έλεγχος σε όλα τα στάδια της διαχείρισης. Αυτό συνεπάγεται πολύ πιο στενή παρακολούθηση των διαδικασιών διαχωρισμού εντός των υγειονομικών μονάδων, με ευθύνη των διοικητών δημόσιων νοσοκομείων και των διευθυντών ιδιωτικών κλινικών. Απαιτεί όμως επίσης πιο ενδελεχή έλεγχο των ιδιωτικών εταιρειών που αναλαμβάνουν τη μεταφορά και, σε κάποιες περιπτώσεις, και την επεξεργασία των ιατρικών αποβλήτων. «Υπάρχουν εταιρείες που παραλαμβάνουν τα επικίνδυνα απόβλητα από τα νοσοκομεία και αναλαμβάνουν να τα αποστειρώσουν, λαμβάνοντας το ανάλογο πιστοποιητικό. Αμφιβάλλω αν αυτές οι εταιρείες ελέγχονται για το κατά πόσο τηρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές», δηλώνει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Αραβώσης, επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ.
Εξαιτίας της πιο επιμελούς διαλογής στην πηγή από το προσωπικό των υγειονομικών μονάδων, η μονάδα αποτέφρωσης, την οποία διαχειρίζεται η κοινοπραξία των εταιρειών «Ηλέκτωρ» και «Αρση», καίει υπερδιπλάσιες ποσότητες επικίνδυνων αποβλήτων από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν. Στην αρχή μάλιστα της μεταβατικής περιόδου, υπό τον φόβο κυρώσεων, έστελναν και αρκετά μη μολυσματικά απορρίμματα προς αποτέφρωση, με αποτέλεσμα, από 9,5 τόνους ημερησίως να φτάσει η μονάδα να διαχειρίζεται 25 τόνους (η δυναμικότητά της φτάνει τους 30). Στα τέλη Φεβρουαρίου είχε μειωθεί στους 21 τόνους. Οπως σημειώνει ο πρόεδρος των εργαζομένων του ΕΔΣΝΑ Γιώργος Ζαχαρόπουλος, από τον όγκο που στέλνουν τα νοσοκομεία στον αποτεφρωτήρα μπορεί να φανούν εύκολα τα σημάδια υποτροπής: «Αν στους επόμενους μήνες μειωθούν αισθητά, σημαίνει ότι έχουν αρχίσει πάλι οι παλιές κακές πρακτικές».
Για τον κ. Γιαννάκο της ΠΟΕΔΗΝ, η δημοσιότητα που δόθηκε στα ευρήματα του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου στον ΧΥΤΑ εξυπηρετεί τα επιχειρηματικά συμφέροντα του ΕΔΣΝΑ και της κοινοπραξίας που διαχειρίζεται τη μονάδα αποτέφρωσης, επιβαρύνοντας τους ήδη πιεσμένους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων. «Τα ελλείμματα των νοσοκομείων ήταν ήδη τεράστια. Τώρα που οι υπάλληλοι φοβούνται και στέλνουν τα πάντα για αποτέφρωση, το κόστος είναι δυσβάσταχτο», υπογραμμίζει. Ο κ. Μέρκος, που συμμετέχει κι αυτός στις διαβουλεύσεις για την επικαιροποίηση του κανονιστικού πλαισίου, πιστεύει ότι η νέα εγκύκλιος θα αποτελέσει «αποστομωτική απάντηση» σε όσους επικρίνουν τα μεταβατικά μέτρα που ελήφθησαν. «Το πρώτο μέλημα πρέπει να είναι η δημόσια υγεία, όχι η εξοικονόμηση πόρων», τονίζει ο γενικός επιθεωρητής Περιβάλλοντος.
Υποδομές αποστείρωσης
Η κ. Παπανικολάου πάντως σημειώνει ότι σε βάθος χρόνου θα ήταν πιο φιλικό προς το περιβάλλον αλλά και πιο οικονομικό να διαθέτουν κάποια μεγάλα νοσοκομεία εσωτερικές υποδομές για την αποστείρωση των μολυσματικών αποβλήτων, ώστε να μη χρειάζεται να πηγαίνουν για αποτέφρωση. Το κόστος αποτέφρωσης στη Φυλή φτάνει τα 1,70 ευρώ το κιλό και τα χρέη των υγειονομικών μονάδων -δημόσιων και ιδιωτικών- προς τον αποτεφρωτήρα φθάνουν τα 10 εκατ. ευρώ.

