Τα βιολογικά αυγά ενδέχεται να επιβαρύνουν το κλίμα σχεδόν δύο φορές περισσότερο από τα αυγά που προέρχονται από κότες οι οποίες εκτρέφονται σε κλωβούς, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Βάσει της μελέτης, εάν το σύνολο της παραγωγής αυγών στο Ηνωμένο Βασίλειο μετατρεπόταν σε βιολογικό σύστημα ελευθέρας βοσκής, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα αντιστοιχούσαν σε 2.316.000 τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Αντίθετα, ένα σύστημα που θα βασιζόταν αποκλειστικά σε κλωβοστοιχίες θα παρήγαγε εκπομπές ίσες με 1.184.000 τόνους.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα βιολογικά συστήματα ελευθέρας βοσκής χρειάζονται περισσότερες κότες για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας αυγών, καθώς τα πτηνά που εκτρέφονται σε κλωβούς τείνουν να είναι αποδοτικότερα.
Η βιολογική παραγωγή ελευθέρας βοσκής κατέγραψε επίσης τις χειρότερες επιδόσεις ως προς τον δυνητικό ευτροφισμό των υδάτων, την οξίνιση και τη χρήση γης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, σε αυτά τα συστήματα παρατηρήθηκε και η υψηλότερη θνησιμότητα των πτηνών.
Ωστόσο, η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα της περιόδου 2009-2010, γεγονός που οι ίδιοι οι ερευνητές αναγνώρισαν ως περιορισμό, καθώς δεν αποτυπώνονται οι νεότερες εξελίξεις στην παραγωγή αυγών. Παράλληλα, δεν εξετάστηκαν άλλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως η χρήση φυτοφαρμάκων ή η επίδραση στη βιοποικιλότητα.
Οι ωοτόκες όρνιθες αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία ζώων που εκτρέφονται σε κλωβούς παγκοσμίως, ενώ η διεθνής κατανάλωση αυγών αυξάνεται. Αυτό καθιστά τις συνθήκες διαβίωσής τους σημαντική παράμετρο για την ευζωία των ζώων, δήλωσε η δρ Χάριετ Μπάρτλετ, μία από τις συγγραφείς της μελέτης.
«Θα έλεγα ότι ίσως πρόκειται και για ένα είδος “τυφλού σημείου” όταν μιλάμε για τη βιωσιμότητα», πρόσθεσε. «Το κρέας και τα γαλακτοκομικά συγκεντρώνουν περισσότερη προσοχή στη συζήτηση για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, ενώ η παραγωγή αυγών δεν έχει μελετηθεί στον ίδιο βαθμό».
Η Μπάρτλετ είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Smith School of Enterprise and the Environment του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και έχει μελετήσει στο παρελθόν τις μεθόδους εντατικής κτηνοτροφίας.
Στη νέα έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Royal Society Open Science, η Μπάρτλετ και οι συνεργάτες της εξέτασαν δεδομένα από βρετανικές πτηνοτροφικές μονάδες, προκειμένου να υπολογίσουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η χρήση γης και διάφορες μορφές ρύπανσης.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης δείκτες ευζωίας, όπως τη θνησιμότητα και τον αριθμό των ορνίθων που απαιτούνται για την παραγωγή συγκεκριμένης ποσότητας αυγών.
«Στη συνέχεια πραγματοποιήσαμε μοντελοποίηση, προκειμένου να υπολογίσουμε αυτά τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα και τις επιπτώσεις στην ευζωία», ανέφερε η Μπάρτλετ.
«Διαπιστώσαμε μια σημαντική αντιστάθμιση», πρόσθεσε. «Οι τύποι εκτροφής που γενικά θεωρούνται καλύτεροι για την ευζωία των ζώων, όπως τα βιολογικά συστήματα και η ελευθέρα βοσκή, μπορεί στην πραγματικότητα να απαιτούν περισσότερα πτηνά για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας αυγών, επειδή είναι λιγότερο αποδοτικά, και να έχουν μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις».
Η ίδια διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η έρευνα δεν αποτυπώνει το σύνολο της εικόνας σχετικά με την εντατική εκτροφή.
«Η βιολογική παραγωγή θα μπορούσε να έχει καλύτερες επιδόσεις ως προς την τοξικότητα των φυτοφαρμάκων και ενδεχομένως ως προς τη βιοποικιλότητα εντός της αγροτικής μονάδας», σημείωσε.
Ο Λι Χόλντστοκ, επικεφαλής ρυθμιστικών και εμπορικών υποθέσεων στην Soil Association Certification, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε ότι η έρευνα «αναδεικνύει ορισμένους σημαντικούς συμβιβασμούς», αλλά παρέχει μια «ελλιπή εικόνα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων».
«Αν και τα εντατικά συστήματα μπορούν να έχουν χαμηλότερες εκπομπές ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, επειδή τα πτηνά αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την τροφή, αυτό αντανακλά μόνο ένα μέρος της συνολικής εικόνας», ανέφερε.
«Ενα πραγματικά βιώσιμο σύστημα τροφίμων πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις επιπτώσεις στη φύση, στην υγεία του εδάφους, στην ποιότητα του νερού, στη χρήση συνθετικών εισροών και στην ευζωία των ζώων».
Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι, με το σημερινό σύστημα παραγωγής, εκπέμπονται περίπου 1.439.000 τόνοι ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα. Η παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο κατανέμεται σήμερα μεταξύ κλωβοστοιχιών, κλειστών ορνιθώνων, μη βιολογικών συστημάτων ελευθέρας βοσκής και βιολογικών συστημάτων ελευθέρας βοσκής.
Πηγή: Guardian

