«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»
το-κέντρο-της-αθήνας-είναι-σαν-να-διώχ-563952940

«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»

Τέσσερις Αθηναίοι περιγράφουν μια καθημερινότητα που επιβαρύνεται, σταθερά, από προβλήματα στις υποδομές, δυσκολίες στις μετακινήσεις και υψηλό κόστος κατοικίας

Φόρτωση Text-to-Speech...

Στους δρόμους γύρω από τον Λυκαβηττό, τη Νεάπολη, τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, τα Ιλίσια και την πλατεία Αμερικής, η καθημερινότητα αποτυπώνεται σε εικόνες που επαναλαμβάνονται: σχολεία με ελλείψεις, πεζοδρόμια που δυσκολεύουν ακόμη και τις πιο απλές διαδρομές, κίνηση που επιβαρύνει κάθε μετακίνηση, έργα που παραμένουν παρόντα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και ενοίκια που γίνονται ολοένα πιο δυσβάσταχτα. Τέσσερις κάτοικοι, από τέσσερις διαφορετικές περιοχές του κέντρου της Αθήνας, περιγράφουν τις μεταβολές που συναντούν στην καθημερινή ζωή τους και τις συνθήκες που διαμορφώνουν τις γειτονιές τους.

Ανάπτυξη χωρίς υποδομές

Η Ελπίδα Καραμπά ζει εδώ και χρόνια σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς πυρήνες του κέντρου: Λυκαβηττός, Νεάπολη, Εξάρχεια. «Γεννήθηκα στην Τοσίτσα. Αν και δεν μεγάλωσα στο Κέντρο, πάντα επέστρεφα σε αυτό», λέει. «Οταν γύρισα από σπουδές, η επιστροφή στα Εξάρχεια ήταν αυτονόητη. Υπήρχε αυτή η οικειότητα του Κέντρου, αλλά και η αίσθηση ότι δεν ζούμε αποκομμένοι σε έναν μικρόκοσμο της πόλης».

Σήμερα ζει με την τετραμελή οικογένειά της στον Λυκαβηττό. «Η περιοχή μας, εξαιτίας μιας παντελώς αδικαιολόγητης απόφασης που μετέτρεψε το γενικό γυμνάσιο–λύκειο σε Πειραματικό, στερείται δημόσιου γυμνασίου–λυκείου, οπότε ο γιος μας φοιτά σε σχολείο της Νεάπολης. Είναι ένα παλιό νεοκλασικό που το αγαπάμε ως κτίριο, αλλά λειτουργεί με ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα. Ο σχολικός φύλακας έχει συνταξιοδοτηθεί και δεν υπάρχει αντικατάσταση. Ζητάμε ένα σχολικό φανάρι και δεν μπαίνει. Αντίστοιχα, στο σχολείο της κόρης μου έγιναν συγχωνεύσεις τμημάτων στη μέση της χρονιάς», περιγράφει.

«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»-1
Για την Ελπίδα Καραμπά, κάτοικο Λυκαβηττού και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η κατοικία είναι το πιο πιεστικό ζήτημα. [Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς]

Πέρα όμως από τα σχολεία, η Ελπίδα βλέπει μια ευρύτερη «εξάρθρωση» — όχι ένα μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά μια αίσθηση ότι ο αστικός ιστός χάνει τη συνοχή που είχε. «Πολλά ξενοδοχεία, ιλουστρασιόν μαγαζιά, ανακαινίσεις χωρίς έμπνευση. Νιώθεις πως η περιοχή χάνει τον χαρακτήρα της. Αυτό δεν το λέω με κανέναν τόνο νοσταλγίας, αλλά με μια δυσπιστία ως προς αυτό το είδος ανάπτυξης. Απόδειξη ότι την ίδια στιγμή οι βασικές υποδομές μένουν στάσιμες».

«Αν ανέβει το ενοίκιο, εμείς ως οικογένεια θα χρειαστεί να φύγουμε από το Κέντρο. Ακόμη κι αν ολόκληρη η ζωή μας έχει συγκροτηθεί εδώ».

Οταν τα παιδιά της ήταν μικρά, ο άντρας της είχε πέσει σε μια λακκούβα, ενώ κρατούσε το μωρό στα χέρια του. Η συνολική εικόνα των δρόμων και των πεζοδρομίων, λέει, δεν έχει βελτιωθεί ιδιαίτερα από τότε. «Οταν οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια παραμένουν σε αυτή την κατάσταση, είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους, ενώ αποτυπώνεται ταυτόχρονα και μια γενικότερη εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου από τις Αρχές».

Το πιο πιεστικό ζήτημα όμως κατά την ίδια είναι η κατοικία. «Τα ενοίκια είναι δυσανάλογα με την ποιότητα των σπιτιών. Και δυσανάλογα με τους μισθούς μας. Το σπίτι είναι αγαθό, και όσοι δεν έχουμε ιδιόκτητο ζούμε πάντα με την αβεβαιότητα της επόμενης αύξησης. Αν ανέβει το ενοίκιο, εμείς ως οικογένεια θα χρειαστεί να φύγουμε από το Κέντρο. Δεν θα μπορούμε να το στηρίξουμε, ούτε να αποτελούμε πλέον μέρος αυτού του σύνθετου μωσαϊκού που είναι το Κέντρο, με κατοίκους πολλών και διαφορετικών προφίλ, κοινωνικοπολιτισμικού υπόβαθρου, πολιτισμικών καταβολών — ακόμη κι αν ολόκληρη η ζωή μας έχει συγκροτηθεί εδώ».

Μικρή, καθημερινή φθορά 

«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»-2
Για την επιχειρηματία Αλεξάνδρα Λολοσίδη, η ποιότητα της ζωής στο Κέντρο φθείρεται πρώτα στα μικρά: στα πεζοδρόμια που δεν χωράει ένα καρότσι, στις ράμπες που δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε, στην κίνηση που έχει γίνει μόνιμη συνθήκη. [Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς]

Η Αλεξάνδρα Λολοσίδη συστήνεται ως «παιδί του Κέντρου». Ακόμη και στα χρόνια των σπουδών της στο εξωτερικό αναζητούσε πάντα τις πιο πυκνοκατοικημένες, θορυβώδεις συνοικίες – τις γειτονιές που δεν ησυχάζουν ποτέ. Οταν επέστρεψε στην Αθήνα, ήταν σχεδόν αυτονόητο πως θα εδραίωνε τη ζωή της ξανά στο Κέντρο: πρώτα στο Κολωνάκι, και τα τελευταία τέσσερα χρόνια στα Ιλίσια, χαμηλά, δίπλα στην πλατεία Βραζιλίας. «Αν και η κατάσταση στο Κέντρο έχει επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία, ποτέ μου δεν σκέφτηκα να φύγω», λέει. «Ο σύντροφός μου συχνά έλεγε ότι τώρα που κάναμε οικογένεια πρέπει να μετακινηθούμε κάπου πιο ήσυχα και οικιστικά, με πάρκινγκ, πάρκα και τα συναφή. Δεν νομίζω ότι έχω παλέψει για κάτι περισσότερο από το να παραμείνουμε στο Κέντρο».

«Μάλλον, όλη αυτή η ταλαιπωρία που βιώνουμε μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε να κατοικούμε εδώ, δεν εξηγείται διαφορετικά».

Ομως η καθημερινότητα αλλάζει και, όπως λέει η ίδια, η αλήθεια είναι ότι όταν κάνεις παιδί και όταν στεγάζεις την επιχείρησή σου στο Κέντρο, αρχίζεις να παρατηρείς πράγματα που πριν σου διέφευγαν. Η ίδια περιγράφει μια υποβάθμιση που εμφανίζεται με δεκάδες μικρές ενδείξεις, «αυτές που συνθέτουν την πραγματική καθημερινότητα. Η ποιότητα ζωής φθείρεται πρώτα στα μικρά: στα πεζοδρόμια που δεν χωράει ένα καρότσι, στις ράμπες που δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε, στην κίνηση που έχει γίνει μόνιμη συνθήκη. Μετά παρατηρείς πόσο πυκνοκατοικημένη είναι η περιοχή, ώστε τα σκουπίδια, οι θέσεις αλλά και οι δρόμοι να είναι πάντα γεμάτα». Οπως περιγράφει, το παρκάρισμα, ειδικά στα Ιλίσια, είναι μια καθημερινή δοκιμασία. «Και όταν ο δικός σου δρόμος δεν ανήκει στην ελεγχόμενη στάθμευση, ενώ όλοι οι γύρω δρόμοι ανήκουν, η κατάσταση γίνεται παράλογη. Εξίσου παράλογο είναι πως δεν ξέρω κανέναν που να αντέχει το ενοίκιο που καλείται να δώσει, ενώ τα διαθέσιμα σπίτια είναι ανύπαρκτα ή μη κατοικήσιμα ή μικροσκοπικά. Μάλλον, όλη αυτή η ταλαιπωρία που βιώνουμε μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε να κατοικούμε εδώ, δεν εξηγείται διαφορετικά».  

Η εμπλοκή των κατοίκων είναι μονόδρομος

Ο Γιώργος Ρηγόπουλος ζει στην πλατεία Αμερικής με τη σύζυγο και τα δύο παιδιά τους. Η σχέση του με τη γειτονιά ξεκινά από την παιδική του ηλικία: στην πολυκατοικία όπου σήμερα μένει, κάποτε ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά του. «Από τα προάστια η Αθήνα έμοιαζε πάντα συναρπαστική», θυμάται. «Την περπατούσα σαν να τη χαρτογραφώ – αναζητώντας αυτό που αναζητούν, νομίζω, και σήμερα πολλοί επισκέπτες: ζωντάνια, διαφορετικές εικόνες, ποικιλία». Οταν μετακόμισε το 2012, η καθημερινότητα ήταν δύσκολη: έντονη παραβατικότητα, λίγες δυνατότητες κοινωνικής επαφής. «Υπήρχε θόρυβος, αίσθημα ανασφάλειας και μεγάλη δυσπιστία ανάμεσα στους κατοίκους. Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο το πρόβλημα μας έφερε τελικά πιο κοντά», εξηγεί. «Μιλούσαμε στα μπαλκόνια, στον δρόμο, αναζητούσαμε λύσεις, μαζευόμασταν σε σπίτια για να συζητήσουμε. Από εκεί προέκυψε και ο σύλλογός Ε.ΠΟΙ.ΖΩ. (Επιδιώκω Ποιότητα Ζωής), στον οποίο σήμερα είμαι αντιπρόεδρος».

«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»-3
Ο Γιώργος Ρηγόπουλος, τοπογράφος μηχανικός και σύμβουλος ακινήτων, επισημαίνει ότι η «αναγέννηση» μιας γειτονιάς δεν είναι αυτόματη διαδικασία. [Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς]

Τα τελευταία χρόνια, όπως λέει, η περιοχή αλλάζει. Οι τιμές των ακινήτων προσελκύουν νέους κατοίκους, τα κενά διαμερίσματα μειώνονται και η πλήρης υποβάθμιση δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια πιο βιώσιμη, αν και εύθραυστη, καθημερινότητα. Ο ίδιος, ωστόσο, παραμένει επιφυλακτικός. «Η διακίνηση ναρκωτικών εντός της πλατείας και στους γύρω δρόμους είναι ένα ζήτημα που δεν έχει λυθεί. Αναρωτιέμαι όμως αν αυτό το πρόβλημα, όσο σοβαρό κι αν είναι, είναι τελικά πιο διαχειρίσιμο από αυτό που μπορεί να ακολουθήσει: ένα ανεξέλεγκτο, ταχύ gentrification. Εχουμε δει γειτονιές που στο μεταβατικό στάδιο οδηγήθηκαν σε υπερκορεσμό διασκέδασης ή σε τεράστια εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Το Παγκράτι, η Κυψέλη, το Κουκάκι είναι τέτοια παραδείγματα», σημειώνει.

«Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουμε συνηθίσει –ή προσπαθούμε να συνηθίσουμε– ότι πολλές υπηρεσίες δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε για τα πιο βασικά ζητήματα της πόλης. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι η εμπλοκή των κατοίκων δεν είναι επιλογή αλλά μονόδρομος».

Για τον ίδιο, η βαθύτερη παθογένεια του Κέντρου είναι η αίσθηση απουσίας ελέγχου. «Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουμε συνηθίσει –ή προσπαθούμε να συνηθίσουμε– ότι πολλές υπηρεσίες δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε για τα πιο βασικά ζητήματα της πόλης. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι η εμπλοκή των κατοίκων δεν είναι επιλογή αλλά μονόδρομος. Στην πλατεία Αμερικής, νομίζω ότι έχουμε καταφέρει να το κάνουμε αυτό σε μεγάλο βαθμό. Για να είμαι ειλικρινής ζηλεύω λιγάκι τους υπερτοπικούς επισκέπτες ή τους τουρίστες που θαυμάζουν την “αναγέννηση” μιας γειτονιάς σαν να είναι μια αυτόματη διαδικασία».

Δεν γνωρίζεις πια ποιος μένει δίπλα σου

Η Ολιάνα Σπυριδοπούλου μεγάλωσε στην Πλάκα. «Ηταν η πρώτη μου γειτονιά, η πρώτη αίσθηση του τι σημαίνει να ζεις πραγματικά στο Κέντρο», λέει. Από μικρή αγαπούσε την ιδέα ότι μπορούσε κάνοντας λίγα βήματα να βρεθεί κατευθείαν μέσα στη ζωή της πόλης. Γι’ αυτό, όταν γύρισε από το Λονδίνο, σχεδόν αυτονόητα εγκαταστάθηκε στο Κολωνάκι, που όπως λέει «αλλάζει». «Οχι απαραίτητα απότομα, αλλά σταδιακά, σαν να χάνει την παλιά του συνοχή. Βλέπω μαγαζιά της γειτονιάς να κλείνουν ή να μετατρέπονται σε κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι μέρος της εξέλιξης μιας πόλης, το ξέρω. Αλλά αλλάζει και η αίσθηση του τόπου. Πολλές πολυκατοικίες έχουν πια πιο προσωρινούς κατοίκους, δεν γνωρίζεις ποιος μένει δίπλα σου, και αυτή η αίσθηση του οικείου -που για εμένα ήταν πάντα ο λόγος να ζω στο Κέντρο- αποδυναμώνεται».

«Το κέντρο της Αθήνας είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους του»-4
Η Ολιάνα Σπυριδοπούλου βλέπει την αίσθηση του «οικείου» να αποδυναμώνεται. [Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς]

Στην καθημερινότητα, η Ολιάνα περιγράφει ατελείωτους κύκλους γύρω από τα ίδια τετράγωνα, καθώς το παρκάρισμα μετατρέπεται όπως λέει σε άσκηση υπομονής. «Κάποτε ήξερες περίπου πού θα βρεις θέση. Τώρα, απλώς ελπίζεις. Στην κίνηση προστίθεται και το θέμα των έργων: υπάρχουν μέρες που το Κέντρο θυμίζει ένα ατελείωτο εργοτάξιο. Το Κέντρο, επίσης, με την παραμικρή αφορμή είναι κλειστό. Το χειρότερο είναι πως ούτε τα ΜΜΜ σού εγγυώνται πως θα φτάσεις στην ώρα σου, καθώς τα δρομολόγια δεν ακολουθούν ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα, αλλά διαρκώς αραιώνουν», καταλήγει.

«Δεν ξέρω πώς θα είναι η περιοχή σε λίγα χρόνια. Ξέρω όμως ότι θα ήθελα να συνεχίσει να έχει ανθρώπους που ζουν πραγματικά εδώ. Γιατί από αυτούς κρατιέται μια γειτονιά».

Η Ολιάνα όμως παρατηρεί και κάτι ακόμη: την «αναγκαστική μετακίνηση» όσων δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος λειτουργίας ή διαβίωσης στο Κολωνάκι. «Μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες, ακόμη και κάτοικοι, μετακινούνται αλλού, αφήνοντας πίσω ένα κενό που γεμίζει συχνά από επενδύσεις, τουριστική εστίαση, bars, ξενοδοχεία. Δεν ξέρω πώς θα είναι η περιοχή σε λίγα χρόνια. Ξέρω όμως ότι θα ήθελα να συνεχίσει να έχει ανθρώπους που ζουν πραγματικά εδώ. Γιατί από αυτούς κρατιέται μια γειτονιά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT