Η οδήγηση απαιτεί διαρκή εγρήγορση, αντανακλαστικά και, πάνω από όλα, σωστή εκτίμηση του χώρου και του χρόνου. Ανάμεσα στα δεκάδες συστήματα ενεργητικής ασφάλειας που ενσωματώνονται στα σύγχρονα αυτοκίνητα ο σημαντικότερος παράγοντας πρόληψης ατυχημάτων παραμένει ο ίδιος ο οδηγός.
Ενας από τους σημαντικότερους τρόπους πρόληψης ενός τροχαίου ατυχήματος είναι κάθε οδηγός να κρατάει ασφαλή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα. Ωστόσο, η μέτρηση της απόστασης αυτής σε μέτρα είναι δύσκολη στην πράξη.
Για τον λόγο αυτό, ο παγκόσμιος άτυπος κανόνας των τριών δευτερολέπτων αποτελεί τον πιο απλό τρόπο εναρμονισμού για κάθε οδηγό.
Ο κανόνας
Η φιλοσοφία βασίζεται στον χρόνο αντίδρασης και στη… φυσική. Οταν το μπροστινό όχημα φρενάρει απότομα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σύμφωνα με έρευνες, χρειάζεται περίπου 1 με 1,5 δευτερόλεπτο για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να μεταφέρει την εντολή στο πόδι για να πατήσει το πεντάλ του φρένου. Το υπόλοιπο του χρόνου αναλώνεται στην ίδια τη διαδικασία της επιβράδυνσης του αυτοκινήτου μέχρι αυτό να ακινητοποιηθεί πλήρως.
Αν η απόσταση είναι μικρότερη, η σύγκρουση καθίσταται σχεδόν βέβαιη, ανεξάρτητα από τη φθορά και την ποιότητα των ελαστικών ή την κατάσταση του συστήματος πέδησης.
Η εφαρμογή του κανόνα στην πράξη είναι εξαιρετικά απλή. Κατά τη διαδρομή, ο οδηγός μπορεί να επιλέξει ένα σταθερό σημείο αναφοράς στο πλάι του δρόμου, όπως μια πινακίδα, μια κολόνα ή μια γέφυρα. Επειτα, μόλις το πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος περάσει από αυτό το σημείο, ο οδηγός αρκεί να ξεκινήσει να μετράει κανονικά τα τρία δευτερόλεπτα.

Εφόσον φτάσει στο ίδιο σημείο αναφοράς πριν από την ολοκλήρωση των τριών δευτερολέπτων, τότε σημαίνει πως η απόσταση από το προπορευόμενο όχημα δεν είναι αρκετά μεγάλη και πρέπει να μειώσει ταχύτητα.
Σημειώνεται ότι τα τρία δευτερόλεπτα αποτελούν το ελάχιστο όριο υπό ιδανικές συνθήκες, δηλαδή σε στεγνό οδόστρωμα, με καλή ορατότητα και ένα σωστά συντηρημένο αυτοκίνητο. Οταν οι συνθήκες μεταβάλλονται, ο χρόνος αυτός οφείλει να μεγαλώσει, ακόμη και να διπλασιάζεται.
Σε βρεγμένο οδόστρωμα για παράδειγμα ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο κανόνας μετατρέπεται σε πέντε ή έξι δευτερόλεπτα.
Τι αναφέρει ο ΚΟΚ
Ο κανόνας αυτός δεν είναι μέρος του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας αλλά αποτελεί μια πράξη αμυντικής οδήγησης που βοηθάει στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων, αποτρέποντας κυρίως τις καραμπόλες, μία από τις συχνότερες αιτίες ατυχημάτων στον αυτοκινητόδρομο.
Ενώ ο κανόνας, όπως προαναφέρθηκε, δεν ενσωματώνεται στον ΚΟΚ, στην παράγραφο 7 του άρθρου 23 υπάρχει σαφής οδηγία η οποία αναφέρει ότι «ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν το προ αυτού κινούμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του». Σε διαφορετική περίπτωση προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο 30 ευρώ.

