Το ζήτημα δεν ξεκινά από τη μείωση των νόμιμων διαστάσεων των θέσεων στάθμευσης, οι οποίες παραμένουν σταθερές εδώ και χρόνια (από περίπου 4,8 έως 5 μέτρα σε μήκος και 2,2 έως 2,3 μέτρα σε πλάτος, ανάλογα με τη διάταξη), ή από την εσκεμμένη εξάλειψή τους από τα αστικά κέντρα. Η αλλαγή και ο κίνδυνος να χαθούν χιλιάδες θέσεις στάθμευσης προέρχονται από τα ίδια τα αυτοκίνητα, τα οποία έχουν μεγαλώσει.
Τα SUV, που πλέον αντιπροσωπεύουν περίπου το 56% της ευρωπαϊκής αγοράς, αυξάνονται κάθε χρόνο κατά μέσο όρο σε μήκος και πλάτος. Το αποτέλεσμα είναι ότι καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο, καθιστώντας πολλές από τις υφιστάμενες θέσεις στάθμευσης δύσχρηστες ή οριακές για ασφαλή στάθμευση, ειδικά σε πυκνοδομημένες περιοχές.
Η μελέτη των T&E και Clean Cities επισημαίνει ότι η «συστηματική διόγκωση» των οχημάτων μετατρέπεται πλέον σε πραγματικό πρόβλημα. Καθώς οι πόλεις προσπαθούν να προσαρμόσουν τους κανονισμούς στάθμευσης στα νέα δεδομένα, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα πρακτικό όριο: η αύξηση των διαστάσεων των θέσεων σε περιορισμένο χώρο σημαίνει αναπόφευκτα μείωση του συνολικού αριθμού τους.
Οι προβλέψεις μαρτυρούν ξεκάθαρα το μέγεθος του προβλήματος. Μέχρι το 2040, το Λονδίνο και το Βερολίνο ενδέχεται να χάσουν έως και 118.000 θέσεις στάθμευσης, η Ρώμη περίπου 95.000, ενώ το Παρίσι αναμένεται να δει ακόμη 12.000 θέσεις να εξαφανίζονται, πέρα από τις αντίστοιχες επιπτώσεις που επιφέρουν οι υπάρχουσες παρεμβάσεις περιορισμού του αυτοκινήτου στο κέντρο.
Παράλληλα, η συζήτηση αποκτά και πολιτική διάσταση. Εκπρόσωποι οργανώσεων υποστηρίζουν ότι «ήρθε η ώρα το αυτοκίνητο να προσαρμοστεί στην πόλη, και όχι το αντίστροφο», ανοίγοντας τη συζήτηση για αυστηρότερους κανόνες σχετικά με το μέγεθος των οχημάτων και τη φορολόγηση με βάση το βάρος – ακόμη και περιορισμούς στην έγκριση πολύ μεγάλων μοντέλων.
Για τους οδηγούς, αυτό μεταφράζεται σε ένα ολοένα πιο πιεστικό περιβάλλον, με ακριβότερη στάθμευση, λιγότερους διαθέσιμους χώρους και, ενδεχομένως, νέα ρυθμιστικά εμπόδια στην επιλογή μεγάλων οχημάτων.

