Η καθημερινότητα ενός οδηγού ηλεκτρικού αυτοκινήτου στην Ευρώπη -και φυσικά στην Ελλάδα- ενέχει μια προφανή αντίφαση. Σε έναν κόσμο που υπόσχεται απλοποίηση μέσω της τεχνολογίας, η απρόσκοπτη φόρτιση ενός EV παραμένει μια διαδικασία που απαιτεί να έχεις κατεβάσει στο κινητό σου τηλέφωνο πολλές εφαρμογές, να έχεις διαφορετικούς λογαριασμούς σε κάθε πάροχο και -εν τέλει- μια διαρκή αβεβαιότητα για το αν τελικά θα μπορέσεις να φορτίσεις εκεί που σταματάς. Γιατί το πολυπόθητο «ένα app για όλα» δεν υπάρχει ακόμη. Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη τεχνολογίας, αλλά στη δομή της ίδιας της αγοράς. Οι δημόσιοι φορτιστές ανήκουν σε διαφορετικούς παρόχους, με τον καθένα να έχει το δικό του σύστημα διαχείρισης, τις δικές του χρεώσεις και, κυρίως, τη δική του εμπορική πολιτική. Κάπως έτσι, οι εφαρμογές που κατεβάζει ο χρήστης στο smartphone του και η πολυπλοκότητα που αυτό συνεπάγεται δεν είναι παρά η κορυφή ενός κατακερματισμένου οικοσυστήματος φόρτισης, όπου η πολυπόθητη διαλειτουργικότητα παραμένει βασικό ζητούμενο. Ακόμη και όταν υπάρχουν συνέργειες μεταξύ διαφορετικών δικτύων, αυτές βασίζονται σε διμερείς συμφωνίες μεταξύ των παρόχων και όχι σε ένα καθολικό πρότυπο.
Η έννοια των «ενιαίων εφαρμογών κινητικότητας» (unified mobility apps) έχει ήδη εμφανιστεί ως απάντηση σε αυτό το… χάος. Πρακτικά, πρόκειται για πλατφόρμες που επιχειρούν να συγκεντρώσουν πολλαπλά δίκτυα φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων σε ένα περιβάλλον, προσφέροντας στον χρήστη μια πιο ομαλή και -προπάντων- γρήγορη εμπειρία. Ωστόσο, στην πράξη, καμία τέτοια εφαρμογή δεν έχει πλήρη πρόσβαση σε όλους τους δημόσιους φορτιστές, ενώ τα παρεχόμενα δεδομένα όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και τις τιμές δεν είναι πάντα αξιόπιστα. Το αποτέλεσμα είναι μια ημιτελής λύση, που μειώνει μεν την πολυπλοκότητα, χωρίς ωστόσο να την εξαλείφει.
Πίσω από όλη αυτή την εικόνα κρύβονται τρεις βασικοί λόγοι. Ο πρώτος είναι τεχνικός, και αφορά τα δίκτυα φόρτισης, τα οποία δεν «μιλούν» πάντα την ίδια γλώσσα. Παρά την πρόοδο σε πρωτόκολλα και πρότυπα, η πλήρης διαλειτουργικότητα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Ο δεύτερος (και ίσως ο πιο ισχυρός) είναι καθαρά επιχειρηματικός, καθώς οι πάροχοι δεν έχουν ιδιαίτερο κίνητρο να παραχωρήσουν τον έλεγχο της σχέσης τους με τον πελάτη. Γιατί, κακά τα ψέματα, ένα ενιαίο app θα μετέτρεπε τη φόρτιση των EVs σε μια πιο «ουδέτερη» υπηρεσία, περιορίζοντας τα περιθώρια διαφοροποίησης κάθε παρόχου. Ο τρίτος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι η ηλεκτροκίνηση αναπτύχθηκε με ταχύτητα, σχεδόν βίαια, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, δημιουργώντας επί του προκειμένου ένα μωσαϊκό υποδομών φόρτισης που τώρα καλείται να ενοποιηθεί εκ των υστέρων.
Τι μέλλει γενέσθαι
Όπως και να ’χει, η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί είναι σαφής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, ήδη προωθεί κανόνες που επιβάλλουν μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές και τη δυνατότητα πληρωμής με απλά μέσα, όπως τραπεζικές κάρτες. Παράλληλα, η τεχνολογία Plug & Charge (PnC), η οποία ενσωματώνεται ήδη σε ουκ ολίγα EVs, υπόσχεται να καταστήσει ακόμη και τις ίδιες τις εφαρμογές περιττές, με το αυτοκίνητο να ταυτοποιείται αυτόματα και με ασφάλεια στον εκάστοτε φορτιστή και τη χρέωση να γίνεται χωρίς καμία ενέργεια από τον οδηγό βάσει του διεθνούς προτύπου επικοινωνίας ISO 15118.
Ίσως, τελικά, η επιμονή για ένα ενιαίο app φόρτισης να είναι και αυτή ξεπερασμένη. Όπως συνέβη και σε άλλους τομείς της τεχνολογίας, η πραγματική εξέλιξη δεν έρχεται πάντα μέσω της ενοποίησης των εργαλείων, αλλά μέσω της πλήρης εξαφάνισής τους από την εμπειρία του χρήστη.

