Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ενήλικοι παραπονιούνται ότι δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν σε μια εργασία, χάνουν το νήμα μιας συζήτησης, αφήνουν πράγματα στη μέση. Για αρκετούς η εξήγηση μοιάζει αυτονόητη: άγχος, κούραση, ένα φορτωμένο πρόγραμμα, ίσως και το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, όλο και πιο συχνά οι δυσκολίες αυτές αποδίδονται στη ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας), μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που για χρόνια τη σκεφτόμασταν σχεδόν αποκλειστικά ως παιδική υπόθεση. Οι ειδικοί, όμως, επισημαίνουν ότι η διάγνωση δεν είναι τόσο απλή υπόθεση.
Συμπτώματα
«Στους ενηλίκους η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική από τα παιδιά», εξηγεί η Εύα Καλαντζή, ψυχίατρος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονική συνεργάτιδα της Α΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο «Αιγινήτειο» Νοσοκομείο. Οπως η ίδια εξηγεί, η υπερκινητικότητα που στερεοτυπικά συνδέουμε με τη ΔΕΠΥ στην παιδική ηλικία –το παιδί που δεν κάθεται στη θέση του, διακόπτει ή πετάγεται συνεχώς– δεν είναι απαραίτητα αυτό που βλέπουμε στους ενηλίκους. Αντί γι’ αυτό, η εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει έντονο άγχος, συναισθηματικές διακυμάνσεις και μια δυσκολία να λειτουργήσει κανείς οργανωμένα σε βασικούς τομείς της ζωής.
Μπορεί στη δουλειά ή στις σπουδές να νιώθεις σαν να απαιτείται υπερπροσπάθεια για πράγματα που στους άλλους φαίνονται πιο απλά.
«Οι τομείς που μπορεί να επηρεάζονται είναι το εργασιακό κομμάτι, το ακαδημαϊκό, η οικογένεια, οι φίλοι, ακόμα και ο ελεύθερος χρόνος σε δραστηριότητες όπως το διάβασμα, το σινεμά, το θέατρο. Μπορεί να μιλάς με έναν φίλο ή έναν σύντροφο και να διαπιστώνεις ότι το μυαλό έχει φύγει σε άσχετες σκέψεις, ότι χάνεις το νήμα, ότι δυσκολεύεσαι να μείνεις συγκεντρωμένος στη συζήτηση. Μπορεί στη δουλειά ή στις σπουδές να νιώθεις σαν να απαιτείται υπερπροσπάθεια για πράγματα που στους άλλους φαίνονται πιο απλά», εξηγεί η κυρία Καλαντζή. Μέσα σε αυτό το πλέγμα εμπλέκονται συχνά και ζητήματα αυτοεκτίμησης. «Αν κάποιος νιώθει ότι δεν τα καταφέρνει, ενώ πιστεύει ότι θα έπρεπε και θα μπορούσε να τα καταφέρει, τότε πολύ συχνά επηρεάζεται και η αυτοεκτίμησή του».
Αόρατες δυσκολίες
Οι ειδικοί επισημαίνουν πάντως ότι η ΔΕΠΥ δεν αποτελεί την εξήγηση για κάθε δυσκολία συγκέντρωσης στην ενήλικη ζωή. «Η διάγνωση απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση και δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε γενικά συμπτώματα όπως η δυσκολία συγκέντρωσης. Αν δεν υπάρχει δυσλειτουργία, δεν μιλάμε για διαταραχή. Επιπλέον, ερευνητικά και μέσα από μελέτες δεν τεκμηριώνεται ότι η ΔΕΠΥ ξεκινά στην ενήλικη ζωή», λέει η κ. Καλαντζή. Η αναλυτική διερεύνηση του ιστορικού –που είναι απαραίτητη για να τεθεί διάγνωση νευροαναπτυξιακής διαταραχής– συχνά δείχνει ότι δυσκολίες υπήρχαν ήδη από την παιδική ηλικία. «Για να τεκμηριωθεί η διάγνωση, πρέπει να βρούμε αντίστοιχα συμπτώματα και δυσκολίες και στην παιδική ηλικία. Αν δεν υπήρχαν, τότε μιλάμε για κάτι άλλο», εξηγεί. Αυτό το «ψάξιμο» του ιστορικού δεν είναι πάντα προφανές, καθώς πολλές φορές η παιδική δυσκολία ενδέχεται να καλύφθηκε από το περιβάλλον. «Ενα παιδί μπορεί να μην έδειχνε ότι δυσκολεύεται στο σχολείο, όχι επειδή δεν είχε συμπτώματα, αλλά επειδή υπήρχε συνεχής υποστήριξη: η μητέρα “πάνω από το κεφάλι” του, ο πατέρας, κάποιος συγγενής», εξηγεί η κυρία Καλαντζή. Οταν αργότερα αυτή η υποστήριξη αποσυρθεί, οι δυσκολίες γίνονται πιο ορατές.
7,2% των παιδιών εμφανίζουν ΔΕΠΥ. Στα δύο τρίτα των περιπτώσεων τα συμπτώματα συνεχίζονται και στην ενήλικη ζωή
Αν και τα τελευταία χρόνια η ΔΕΠΥ αναφέρεται συχνά ως πιθανή ερμηνεία για διάφορες δυσκολίες της καθημερινότητας, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή με συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια. Τι γνωρίζουμε όμως για τα αίτια της; «Είναι πολυπαραγοντική νόσος. Δεν ξέρουμε ακριβώς γιατί εκδηλώνεται. Παίζουν ρόλο γενετικοί παράγοντες, το περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά του ατόμου, αλλά το γενετικό κομμάτι δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε». Σε ό,τι αφορά τα μεγέθη του φαινομένου, η ΔΕΠΥ θεωρείται η συχνότερη νευροαναπτυξιακή διαταραχή της παιδικής ηλικίας. «Ενα ποσοστό περίπου 7,2% των παιδιών μπορεί να εμφανίσει ΔΕΠΥ», λέει η κ. Καλαντζή. Μεγαλώνοντας, κάποια στοιχεία της συμπτωματολογίας υποχωρούν, όμως όχι πάντα. «Στα περίπου δύο τρίτα των παιδιών που έχουν ΔΕΠΥ, κάποια συμπτώματα παραμένουν και στην ενήλικη ζωή, είτε με πλήρη είτε με πιο ήπια εικόνα». Στους ενηλίκους το ποσοστό υπολογίζεται περίπου στο 4%-4,5% του πληθυσμού, ανάλογα με τη μελέτη. «Είναι ωστόσο σημαντικό να επισημάνουμε ότι η διάγνωση της ΔΕΠΥ στους ενηλίκους ουσιαστικά αναγνωρίζεται από το DSM-5 και μετά», λέει η κ. Καλαντζή, αναφερόμενη στο διαγνωστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. «Αρα δεν έχουμε πιο παλιές έρευνες για να μπορέσουμε να κρίνουμε αν αυτό το ποσοστό παρουσιάζει αξιοσημείωτες μεταβολές».
Πώς φτάνει ένας ενήλικος στο ιατρείο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στα παιδιά η αναλογία αγόρια – κορίτσια είναι περίπου 3 προς 1. Στους ενηλίκους, λέει η κ. Καλαντζή, «εξισώνεται». Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι γυναίκες «αποκτούν» ξαφνικά ΔΕΠΥ αργότερα, αλλά επειδή φτάνουν στη διάγνωση στην ενήλικη ζωή. «Επειδή η ΔΕΠΥ στερεοτυπικά συνδέεται με το παιδί που τρέχει, πηδάει, φωνάζει, κάνει φασαρία, τα κορίτσια πολύ συχνά “ξεφεύγουν” της διάγνωσης», λέει, «καθώς δεν εμφανίζουν πάντα αυτή την εικόνα». Μπορεί να έχουν κυρίως τα συμπτώματα της απροσεξίας –το μυαλό να «τρέχει αλλού», αφηρημάδα, δυσκολία συγκέντρωσης–, να πληρούν τα κριτήρια, αλλά επειδή δεν «ενοχλούν» με τον ίδιο τρόπο, να μην κινητοποιούν γύρω τους μια αξιολόγηση.
Επιπλέον, η κ. Καλαντζή περιγράφει κάτι που βλέπει κλινικά: οι άνθρωποι συνήθως αναζητούν βοήθεια σε φάσεις αλλαγής. Αυτό που φέρνει τον κόσμο στο ιατρείο είναι συχνά μια μετάβαση – από το λύκειο στο πανεπιστήμιο, μια αλλαγή δουλειάς, μια απόλυση, μια μετακόμιση, η δημιουργία οικογένειας. Εκεί «συνήθως τα πράγματα δυσκολεύουν» και τότε αναζητείται βοήθεια. Στις γυναίκες, προσθέτει, οι ορμονικές μεταβολές μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοιο σημείο καμπής: στον τοκετό ή στην εμμηνόπαυση μπορεί να φαίνεται σαν να εμφανίστηκαν τότε τα συμπτώματα, «χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν πριν. Δηλαδή αυτό που έχει γίνει είναι ότι έχει χαλάσει η ισορροπία του συστήματος και έτσι μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα πιο έντονα και να αναζητήσει βοήθεια η γυναίκα σε μεγαλύτερη ηλικία»
Ανακούφιση
Για αρκετούς ανθρώπους, η διάγνωση, όταν προκύπτει μέσα από προσεκτική αξιολόγηση, φέρνει ανακούφιση. «Κάπως εξηγούνται όλα αυτά που ένιωθαν τα προηγούμενα χρόνια», λέει η κ. Καλαντζή. Για κάποιους είναι και μια αποφόρτιση ενοχής: «Δεν είμαι τεμπέλης, δεν είμαι χαζός, έχω κάτι άλλο». Για άλλους, η ανακούφιση έχει και μια πιο πρακτική διάσταση – το ότι υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης, ότι «βλέπουν ένα φως». Οπως επισημαίνει η ίδια, «αυτό που βοηθάει ουσιαστικά δεν είναι η ταμπέλα, αλλά η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων». Οταν χρειάζεται, υπάρχει φαρμακευτική αγωγή, ενώ μπορούν να βοηθήσουν και θεραπευτικές ή συμπεριφορικές παρεμβάσεις, είτε σε συνδυασμό είτε ανεξάρτητα από τη φαρμακευτική αγωγή.
Εως και το 80% των ανθρώπων με ΔΕΠΥ εμφανίζουν και κάποια άλλη ψυχική διαταραχή
Η διαδρομή μέχρι τη διάγνωση, ωστόσο, δεν είναι πάντα ευθύγραμμη. Στην πράξη, οι ειδικοί συχνά χρειάζεται να εξετάσουν περισσότερες από μία πιθανές εξηγήσεις για τις δυσκολίες που περιγράφει ένας άνθρωπος. Οπως εξηγεί η κ. Καλαντζή, όταν μιλάμε για νευροαναπτυξιακές διαταραχές συνήθως αναφερόμαστε σε δύο βασικές κατηγορίες: στη ΔΕΠΥ και στον αυτισμό. Στην κλινική πράξη, όταν αξιολογείται η μία, εξετάζεται συχνά και η άλλη – όχι επειδή συνυπάρχουν απαραίτητα ως διάγνωση, αλλά επειδή αρκετά χαρακτηριστικά μπορεί να εμφανίζονται και στις δύο εικόνες. «Τα συμπτώματα και τα χαρακτηριστικά συχνά επικαλύπτονται», σημειώνει. «Μπορεί να υπάρχουν στοιχεία της μιας εικόνας μέσα στην άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν και οι δύο διαγνώσεις». Γι’ αυτό και η αξιολόγηση της ΔΕΠΥ δεν περιορίζεται σε ένα ερωτηματολόγιο που βρίσκει κανείς online ή σε ένα μόνο σύμπτωμα, αλλά επιχειρεί να σχηματίσει μια συνολική εικόνα της λειτουργίας του ανθρώπου.
Οι πιο συχνές κατηγορίες είναι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές ή διαταραχές χρήσης ουσιών και διαταραχές προσωπικότητας
Ενα ακόμη στοιχείο που συναντάται συχνά είναι οι λεγόμενες συνυπάρχουσες διαταραχές. «Είναι πολύ συχνό, μαζί με τη ΔΕΠΥ ή με τον αυτισμό, να υπάρχει και κάτι ακόμη», λέει. Οι πιο συχνές κατηγορίες είναι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές ή διαταραχές χρήσης ουσιών και διαταραχές προσωπικότητας. Τα ποσοστά είναι υψηλά: εως και το 80% των ανθρώπων με ΔΕΠΥ εμφανίζουν και κάποια άλλη ψυχική διαταραχή. Ετσι, αρκετοί ενήλικοι δεν απευθύνονται στον ειδικό επειδή υποψιάζονται τη ΔΕΠΥ, αλλά επειδή αναζητούν βοήθεια για κάτι άλλο – για παράδειγμα για το άγχος. Μέσα από τη συνολική αξιολόγηση μπορεί τότε να αναδειχθεί η νευροαναπτυξιακή εικόνα. «Τα συμπτώματα μοιάζουν, επικαλύπτονται και μπερδεύονται», λέει. «Γι’ αυτό χρειάζεται μια σφαιρική αξιολόγηση». Ετσι, η διάγνωση δεν είναι πάντα το τέλος μιας διαδρομής, αλλά συχνά η αρχή μιας διαφορετικής κατανόησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί κανείς.
