«Ε, όχι και τα σεμεδάκια!»

Τι κάνουμε τελικά με τα σεμεδάκια της γιαγιάς; Αντικείμενα χωρίς πρακτική χρήση, αλλά με βάρος δυσανάλογο του μεγέθους τους, επανέρχονται σε κάθε ξεκαθάρισμα

5' 26" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δύο αποκαμωμένα στρατόπεδα. Από τη μία η μάνα, από την άλλη η κόρη, και στη μέση τα φίλια πυρά. Ανοιγμένες βαλίτσες, μια κόκκινη φλοκάτη διπλωμένη πρόχειρα, μια μάλλινη κουβέρτα που έχει ζεστάνει χειμώνες ολόκληρους και τα τελευταία χρόνια κρύβεται στην ντουλάπα. Η μάχη που κρατάει χρόνια έχει πλέον κριθεί: η κόρη κέρδισε και ο μικρός αυτός σωρός θα εξοριστεί από το σπίτι. Απομένει ένα τελευταίο οχυρό. Μια βαλίτσα που παραμένει κλειστή. Οταν ανοίγει το φερμουάρ, η μάνα ξαναβρίσκει το σθένος της. «Ε, όχι και τα σεμεδάκια!»

Μια φράση που έχει ακουστεί σε άπειρα σπίτια, την ώρα που αδειάζουν ντουλάπες, οι γενιές μετακινούνται και τα τετραγωνικά μικραίνουν. Τα σεμεδάκια –γνωστά και ως σεμέν ή «καρεδάκια»– είναι από εκείνα τα αντικείμενα που δεν χρησιμοποιούνται πια και που συχνά δεν ξέρουμε καν ποια τα έφτιαξε. Μια γιαγιά, μια θεία, ή κάποια άλλη γυναίκα της οικογένειας; Κι όμως, συχνά παραμένουν στα συρτάρια μας. Οχι επειδή τα χρειαζόμαστε, αλλά επειδή δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε.

Σεμεδάκια, αυτή η μάστιγα

Η Αλεξία, που φιλοξενεί στο σπίτι της στα Μελίσσια ένα ολόκληρο ράφι με διάφορα σετ τα χαρακτηρίζει «μάστιγα». Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής τής το έδωσε η Hπειρώτισσα αδερφή του παππού της, χειροποίητα από την ίδια. «Δεν έχω ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο μαζί της. Αν μου είχε χαρίσει κάτι αγορασμένο δεν θα δίσταζα να το αποχωριστώ. Οταν όμως πρόκειται για κεντήματα που τα έχει φτιάξει η ίδια η γυναίκα που στα έδωσε και ξέρεις πόση δουλειά έχουν πάνω τους δυσκολεύεσαι να τα πετάξεις. Αντίστοιχα, θαυμάζω και ένα τραπεζομάντιλο που υπάρχει στην οικογένεια του συζύγου μου, που έχει κατασκευαστεί με μια μέθοδο που την αποκαλούν “σταφύλι”. Οπτικά είναι λες και έχουν κεντήσει σε τρισδιάστατη μορφή τις ρώγες ενός σταφυλιού, σαν μικρά καπελάκια. Θα το στρώσω ποτέ; Ποτέ. Αν έρθει στα χέρια μου θα το πετάξω; Οχι. Για αυτό τα αποκαλώ και μάστιγα». 

Οταν πρόκειται για κεντήματα που τα έχει φτιάξει η ίδια η γυναίκα που στα έδωσε και ξέρεις πόση δουλειά έχουν πάνω τους δυσκολεύεσαι να τα πετάξεις.

Η εναλλακτική επιλογή για τους ιδιοκτήτες σεμεδακιών θα ήταν να τα πουλήσουν. Ο εκτιμητής και δημοπράτης Σταύρος Φράττης ωστόσο εξηγεί στην «Κ» πως αυτά που συνήθως έχουν κάποια υπολογίσιμη αξία είναι συνήθως τα μεγαλύτερα κεντήματα που φέρουν ξεχωριστά χαρακτηριστικά όπως η χρυσοκλωστή. «Συνήθως όμως έχουμε να κάνουμε με τα λεγόμενα σεμεδάκια που είναι μικρότερα σε μέγεθος και η που η αξία τους είναι καθαρά συναισθηματική για την κάθε οικογένεια. Το ότι δεν πιάνουν πολύ χώρο είναι άλλωστε και ο λόγος που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, καθώς είναι εύκολα στη φύλαξη. Σκεφτείτε πως πολλά από αυτά ήρθαν από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Κουβαλούν πάνω τους περισσότερο από έναν αιώνα ιστορίας».

Σκεφτείτε πως πολλά από αυτά ήρθαν από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Κουβαλούν πάνω τους περισσότερο από έναν αιώνα ιστορίας.

Μια αντίστοιχη περίπτωση είναι και ορισμένα από τα κεντήματα που φυλάει ως κόρη οφθαλμού η 70χρονη Ευδοκία, καθώς χρονολογούνται σύμφωνα με την ίδια από τα τέλη του 19ου αιώνα. «Τα πιο παλιά τα έφεραν οι πρόγονοί μου στην Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Ηταν από τα ελάχιστα πράγματα που μπόρεσαν να διασώσουν. Θα τα πετάξω τώρα εγώ; Θα τα φυλάξω γιατί αυτό είναι το καθήκον μου. Το τι θα κάνει όμως ο γιος μου μετά από μένα είναι δική του υπόθεση. Πιθανότατα θα τα πετάξει, γιατί δεν έχει τη δική μου συναισθηματική σύνδεση. Εγώ μεγάλωσα με αυτά τα σεμεδάκια μέσα στο σπίτι μου. Κάποια από αυτά είναι δικά μου, άλλα της μητέρας μου και άλλα της πεθεράς μου. Οσο ζω εγώ θα ζήσουν και αυτά». 

Αόρατη εργασία, χωρίς υπογραφή

Το εργόχειρο με δαντελωτό σχέδιο άνθησε τη βικτωριανή εποχή, σε μια περίοδο όπου οι γυναίκες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο σπίτι. Οταν το βαμβακερό νήμα έγινε φθηνότερο και τα γυναικεία περιοδικά της εποχής άρχισαν να δημοσιεύουν σχέδια για βελονάκι και δαντέλες, το πλέξιμο δεν ήταν απλώς χόμπι. Ηταν ένας από τους ελάχιστους τρόπους δημιουργικής έκφρασης που τους επιτρεπόταν. Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, το πλέξιμο με βελονάκι ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα και αποτέλεσε βασικό μέρος της εκπαίδευσης κάθε κοριτσιού, καθώς αυτό όφειλε να γνωρίζει μια «καλή νύφη». Το εργόχειρο άλλωστε συνδεόταν άμεσα με την προίκα, το υλικό αποτύπωμα της αξίας μιας γυναίκας στον γάμο. Σεντόνια, τραπεζομάντιλα, πετσέτες και σεμεδάκια φτιάχνονταν από πολύ νωρίς, συχνά από την εφηβεία. Κάθε κομμάτι στοιβαζόταν στο μπαούλο, όχι για καθημερινή χρήση, αλλά για να επιδειχθεί την κατάλληλη στιγμή ως απόδειξη εργατικότητας, υπομονής και συμμόρφωσης.

Αρχικά είχαν και πρακτική χρήση, προστατεύοντας επιφάνειες και συσκευές από τη σκόνη. Στην πράξη όμως λειτουργούσαν και ως αθόρυβη επίδειξη επιμέλειας, τάξης και γυναικείας προσφοράς.

Παράλληλα, το να πλέκει μια γυναίκα ρούχα ή διακοσμητικά στο σπίτι ήταν οικονομικότερη λύση από την αγορά έτοιμων ειδών, παρότι απαιτούσε ατελείωτες ώρες δουλειάς. Το σεμεδάκι υπήρξε ίσως το πιο χαρακτηριστικό αντικείμενο αυτής της αόρατης εργασίας. Από τραπέζια και κονσόλες μέχρι τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, τα σεμεδάκια έγιναν πανταχού παρόντα στο σπίτι. Αρχικά είχαν και πρακτική χρήση, προστατεύοντας επιφάνειες και συσκευές από τη σκόνη. Στην πράξη όμως λειτουργούσαν και ως αθόρυβη επίδειξη επιμέλειας, τάξης και γυναικείας προσφοράς.

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη The Nod (@thenodmag)

Σήμερα, ενώ τα σεμεδάκια θεωρούνται ξεπερασμένα ή αχρείαστα, τα μοτίβα και οι τεχνικές τους επιστρέφουν μέσα από τη μόδα και το design. Δαντέλες, crochet και κεντήματα που παραπέμπουν σε χειροποίητη δουλειά εντάσσονται σε σύγχρονες συλλογές, αποκομμένα πια από το οικιακό τους πλαίσιο. Οίκοι όπως ο Jacquemus έχουν παρουσιάσει πλεκτά σύνολα στις πασαρέλες τους, με λεπτές πλέξεις που παραπέμπουν ευθέως στα μοτίβα των σεμεδακιών. Αντίστοιχα, ο Ralph Lauren και η Chloé επανέφεραν δαντέλες και χειροποίητες υφές, εντάσσοντάς τες σε φορέματα και μπλούζες με σύγχρονες γραμμές.

Η εμπορική τους αξία δυστυχώς είναι αντιστρόφως ανάλογη του χρόνου και της δουλειάς που απαιτείται για την κατασκευή τους.

Παράλληλα, το χειροποίητο βρίσκει θέση και μακριά από τις πασαρέλες. Η Αντα Πανά, ιδιοκτήτρια παλαιοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας βρίσκει συχνά νέες κοπέλες να ψάχνουν μέσα στο μπαούλο του μαγαζιού που φιλοξενεί τα σεμεδάκια. «Τα μεταποιούν, τα ενσωματώνουν πάνω σε ρούχα ή έχω δει να τα μετατρέπουν και σε τσάντες, ακόμα και σε κουκλάκια. Η μεταποίηση για μένα είναι η καλύτερη λύση, γιατί αλλιώς όσοι δεν επιθυμούν ή δεν έχουν τον χώρο να τα φυλάξουν, τα πετάνε. Η εμπορική τους αξία δυστυχώς είναι αντίστροφη του χρόνου και της δουλειάς που απαιτείται για την κατασκευή τους».

Η βαλίτσα έμεινε ανοιχτή για λίγο ακόμη. Κάποια σεμεδάκια ξαναδιπλώθηκαν, κάποια μπήκαν στην άκρη, κάποια δεν επέστρεψαν ποτέ μέσα. Και η ζωή συνεχίζεται. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT