Ματέρα: Σαν στοιχειωμένη
Κείμενο – Φωτογραφίες: Χριστίνα Καλλιγιάννη
Αναζητώντας ο Μελ Γκίμπσον το κατάλληλο σκηνικό για τη δική του
αντίληψη των Παθών του Θεανθρώπου, ανακάλυψε μια μικρή πόλη στη
Nότια Ιταλία, όπου ήδη είχε πραγματοποιηθεί το όραμα του Πιερ Πάολο
Παζολίνι για το «Κατά Ματθαίον» Ευαγγέλιο: τη Ματέρα.
Στρίβοντας το στενό δρόμο που οδηγεί στην άκρη του γκρεμού πάνω
από το ρέμα που κελαριστά τρέχει στο βάθος της χαράδρας, το θέαμα
είναι πρωτόγνωρο, τρομακτικό και σίγουρα κινηματογραφικό: αμέτρητες
τρύπες στο βράχο, σπηλιές σκοτεινές σε απείθαρχη διάταξη. Αυτό που
αντικρίζουν τα μάτια είναι κατοικίες ολοκληρωτικά σκαμμένες στο
εσωτερικό του βράχου ή αποτελούμενες από ένα τμήμα εσωτερικό και
ένα άλλο χτισμένο εξωτερικά. Το γκρίζο της πέτρας δίνει μια αίσθηση
στοιχειωμένου τοπίου απόλυτα ταιριαστού με την αγωνία του Ιησού και
την ταλαιπωρία του Τζέιμς Καβίζιελ (στο ρόλο του Χριστού στην
ταινία «Τα Πάθη του Χριστού» του 2004) λίγες ώρες πριν από τη
Σταύρωση. Και είναι δύσκολο να πιστέψεις και να καταλάβεις πως σ’
αυτόν εδώ τον σκληρό τόπο ζούσαν για αιώνες πολυμελείς οικογένειες.
Το Σάσο Καβεόζο (κατά λέξη Σπηλαιώδης Βράχος) είναι μία από τις
τρεις συνοικίες της πανάρχαιας πόλης Ματέρα της Πούλια της Νότιας
Ιταλίας, στην καρδιά της Μεγάλης Ελλάδας.
Από την εποχή του λίθου!
Η Ματέρα χωρίς καμιά υπερβολή κλείνει στους τοίχους και στις
σπηλιές της ολόκληρη την ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στον
πλανήτη. Τα παλαιότερα ευρήματα σ’ αυτήν τη μικρή πόλη
χρονολογούνται, σχεδόν 400.000 χρόνια, από την Παλαιολιθική Εποχή,
αλλά ο μεγαλύτερος πλούτος ευρημάτων ανάγεται στη Νεολιθική και
μεταγενέστερα.
Η πόλη είχε αισθητή και σημαίνουσα παρουσία ήδη από τον 6ο π.Χ.
αι., τμήμα της ενδοχώρας της Μεγάλης Ελλάδας. Κατά τους ρωμαϊκούς
χρόνους οχυρώθηκε το κέντρο της, η Πολιτεία, στην κορυφή ενός
υψώματος 400 μέτρων, και κάτω ακριβώς από τα τείχη δημιουργήθηκαν
δύο συνοικίες, σκαμμένες στον μαλακό, ασβεστώδη βράχο: το Σάσο
Καβεόζο (Σπηλαιώδης Βράχος) στα νότια και το Σάσο Μπαριζάνο (Βράχος
του Μπάρι ή κατ’ άλλη εκδοχή των Βαρισίων, επιφανούς οικογένειας
της Ρώμης) στα βορειοδυτικά της Πολιτείας. Λόγω της μαλακής
σύστασης του βράχου οι τότε κάτοικοι είχαν δημιουργήσει ένα
αξιοθαύμαστο και καλά μελετημένο δίκτυο δεξαμενών μέσα στην πέτρα
με αρχικό σκοπό την περισυλλογή νερού, τόσο από τις ελάχιστες
βροχές όσο και από τη φυσική υγρασία, για την αντιμετώπιση
παρατεταμένων περιόδων ανομβρίας στην περιοχή. Παράλληλα
χρησιμοποιούσαν τις ήδη υπάρχουσες σπηλιές, τις οποίες επεξέτειναν
σκάβοντας τόσο σε οριζόντια όσο και σε κάθετη διάταξη, ως
αποθηκευτικούς χώρους και στάβλους.
Τα χρόνια της παρακμής
Η χρυσή εποχή της Ματέρας ανέτειλε το 1663, όταν ανακηρύχθηκε
πρωτεύουσα της επαρχίας της Μπαζιλικάτα και έδυσε το 1803, όταν το
κέντρο της επαρχίας μεταφέρθηκε στην Ποτέντσα. Από τότε και έπειτα
μια παρατεταμένη περίοδος βαθιάς παρακμής οδήγησε τους κατοίκους
της πόλης στα όρια της εξαθλίωσης. Λόγω της στέρησης της
διοικητικής της θέσης και των προνομίων που αυτή συνεπαγόταν, αλλά
και εξαιτίας της κρίσης της αγροτικής οικονομίας με την έλευση της
βιομηχανικής εποχής, η φτώχεια έπληξε τη Ματέρα. Οι σπηλιές που
άλλοτε χρησίμευαν μόνο ως αποθήκες, στάβλοι και δεξαμενές, σταδιακά
άρχισαν να φιλοξενούν ολόκληρες οικογένειες μαζί με όλο τους το
βιος και τα ζωντανά τους. Από τα περισσότερα από 3.000 σπίτια των
τριών συνοικιών της πόλης πιο πολλά από τα μισά ήταν κυριολεκτικά
σπηλιές στο βράχο, τα υπόλοιπα είχαν και ένα χτισμένο τμήμα στο
εξωτερικό του και μόνο το 10% ήταν κανονικά οικοδομήματα. Eπίσης,
περισσότερες από 100 εκκλησίες της πόλης ήταν κατά ένα τμήμα τους
εντελώς μέσα στους βράχους, όπως η εκκλησία της Μαρίας ντε Iντρις
δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου των Σπηλαίων.
Η ζωή μέσα στις σπηλαιώδεις αυτές κατοικίες φαντάζει απίστευτη.
Σε μια κατοικία που έχει διατηρηθεί όπως ήταν πριν από την οριστική
εκκένωση, άνθρωποι, ζώα, εργαλεία, φαγώσιμα και χρηστικά
αντικείμενα βρίσκονταν στον ίδιο ενιαίο χώρο, με μια μικρή μόνο
εσοχή για αγροτικά σύνεργα ή τη γούρνα του νερού. Τα παιδιά,
συνήθως πάνω από 3, κοιμούνταν στο κρεβάτι με τους γονείς, σε άλλα
έπιπλα που είχαν διπλή χρήση ή και στα συρτάρια(!) ενώ η υγρασία
της πέτρας και η έντονη μυρωδιά διαπερνάει το σώμα ακόμη και κατά
την ολιγόλεπτη επίσκεψη. Το σκηνικό της εγκατάλειψης συμπληρωνόταν
και από την έλλειψη κρατικών παροχών, όπως ηλεκτρισμός και
αποχετευτικό σύστημα μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα.
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς
Το τέλος της τρωγλοδυτικής ζωής για τους κατοίκους των Σάσι της
Ματέρας ήρθε το 1952, όταν ο τότε ισχυρός πολιτικός άνδρας
Aλντιντσε ντε Γκάσπαρι, εντυπωσιασμένος από τις περιγραφές του
Κάρλο Λέβι στο βιβλίο «Ο Χριστός σταμάτησε στο Eμπολι» επισκέφθηκε
τη Ματέρα και εξέδωσε άμεσα μια σειρά από ειδικούς νόμους βάσει των
οποίων 15.000 κάτοικοι των Σάσι μεταφέρθηκαν σε καινούργιες
συνοικίες της Πολιτείας που δημιουργήθηκαν σύμφωνα με ειδικό
ρυθμιστικό αρχιτεκτονικό σχέδιο για την ανακούφιση της περιοχής. Η
εκκένωση των σπηλαίων διήρκεσε από το 1953 μέχρι το 1968, οπότε και
η ιδιοκτησία των σπηλαιωδών κατοικιών πέρασε στο κράτος, το οποίο
έκτοτε αδράνησε και πάλι ως προς την αξιοποίησή τους.
Σήμερα, η Ματέρα και ιδίως οι Σάσι δεν είναι απλώς ένα
εντυπωσιακό τοπίο του ιταλικού Nότου. Η πόλη έχει αναγεννηθεί, αφού
από το 1986 η κυβέρνηση άρχισε να παραχωρεί τη χρήση των σπηλαίων
σε ιδιώτες για 99 χρόνια με τον όρο της -επιδοτούμενης σε ποσοστό
από 40% μέχρι 60%- αναπαλαίωσής τους. Από το 1993 οι Βράχοι της
Ματέρας συμπεριλαμβάνονται και στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς
της UNESCO, ως εξαιρετικό δείγμα τρωγλοδυτικής εγκατάστασης στην
ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, απόλυτα προσαρμοσμένης στο έδαφος
και το οικοσύστημα, στην οποία ανακαλύφθηκαν ίχνη αντιπροσωπευτικά
σημαντικών σταδίων της ανθρώπινης ιστορίας και εξέλιξης. Κι έτσι το
υποβλητικό σκηνικό απέκτησε ξανά ζωή, πολιτιστική αξία και περίπου
5.000 μόνιμους κατοίκους, ενώ με την όλο και εντονότερη τάση
επιστροφής σε παραδοσιακά χρώματα και σχήματα, εν έτει 2005, η
διαμονή στις νεολιθικές σπηλιές της Ματέρας θεωρείται… «της
μόδας»!
ΚΟΣΤΟΣ
Μία εβδομάδα στη Ματέρα θα σας κοστίσει από 608 ευρώ. Στην τιμή
υπολογίζονται τα εισιτήριά σας, συμπεριλαμβανομένου ενός
αυτοκινήτου (με δρομολόγια της Super Fast Ferries Πάτρα – Μπάρι –
Πάτρα, σε δίκλινη εσωτερική καμπίνα κατ’ άτομο, 231 ευρώ, εισιτήρια
αυτοκινήτου 152 ευρώ) και η διαμονή σας σε μεσαίας κατηγορίας
ξενοδοχείο μέσα στην πόλη (225 ευρώ κατ’ άτομο σε δίκλινο δωμάτιο
για 5 διανυκτερεύσεις).
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ
Πολύ καλή επιλογή είναι το δρομολόγιο της Super Fast Ferries από
την Πάτρα στο Μπάρι, με δυνατότητα μεταφοράς αυτοκινήτου για πολλές
και άνετες διαδρομές στην περιοχή. Το ταξίδι διαρκεί 14½ ώρες,
αναχωρώντας από Πάτρα στις 18.00 και φτάνοντας στο Μπάρι στις 07.30
ώρα Ιταλίας (μία ώρα πίσω από την Ελλάδα). Η απόσταση από το Μπάρι
στη Ματέρα είναι 56 χιλιόμετρα σε καλό δρόμο. Το εισιτήριο μετ’
επιστροφής για 2 άτομα σε καμπίνα και με το αυτοκίνητο κοστίζει 485
ευρώ.
ΠΟΥ ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ
Για τους απαιτητικούς υπάρχουν οι πανέμορφες Masserie, παλαιά
αγροκτήματα της Πούλια, ανακαινισμένα και διαμορφωμένα σε υψηλής
αισθητικής και εξυπηρέτησης ξενοδοχεία, με γυμναστήριο, πισίνα και
spa, όπως η Masseria Torre Coccaro, η Villa San Martino και η
Masseria Melograno. Και εδώ το Monogram Travel προσφέρει
εξαιρετικές επιλογές, άψογη οργάνωση, συντονισμό και
εξυπηρέτηση.
Για τους λάτρες της παράδοσης υπάρχουν λίγα ξενοδοχεία μέσα στην
πόλη με παραδοσιακό στυλ και γι’ αυτό πλήρεις υπηρεσίες αλλά
περιορισμένες ανέσεις και αρκετή υγρασία, αφού βρίσκονται σε γνήσια
σπηλαιώδη οικήματα. Οι τιμές δεν ξεπερνούν τα 85 ευρώ για δύο
άτομα.
TI ΝΑ ΦΑΤΕ
Η Πούλια φημίζεται για το λάδι, το κρασί, το τυρί και τη σπιτική
πάστα. Εξαιρετικές συνταγές και άψογο περιβάλλον θα βρείτε στο
εστιατόριο Le Botteghe στην καρδιά της Ματέρας, στο παλιό όριο
μεταξύ των σπιτιών και της εμπορικής περιοχής της πόλης.

