Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη

Η περιπλάνηση στη γενέθλια γη και οι τοπικές δοξασίες αποτέλεσαν βασικό κομμάτι της πλοκής στη φιλμογραφία του Τριπολιτσιώτη σκηνοθέτη

η-αρκαδία-του-σταύρου-τσιώλη-564323608 Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Σταύρος Τσιώλης φωτογραφίζονται μαζί με βοσκό της περιοχής, ο οποίος συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε.
Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Σταύρος Τσιώλης φωτογραφίζονται μαζί με βοσκό της περιοχής, ο οποίος συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε.

Στο κινηματογραφικό σύμπαν του, ο σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης έβαζε σταθερά τους ήρωές του να περιπλανιούνται σε τόπους ανά την Ελλάδα. Τριγυρνούσαν σαν νομάδες δίχως χάρτη, αναζητώντας με πάθος νόημα, συνήθως σε γυναίκες με αγγελική υπόσταση. Ως Βορειοελλαδίτης, βλέποντας ξανά και ξανά τη μακεδονική καλοκαιρινή κωμωδία Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998), δεν μπορούσα να μην ταυτιστώ με επιμέρους στοιχεία της (λ.χ., τις διαδρομές, το μπέρδεμα με τη λίμνη Βόλβη στον δρόμο για Καβάλα και τις αναφορές στον ΠΑΟΚ). Αυτή η τόσο ακριβής αποτύπωση της βορειοελλαδίτικης ταυτότητας συχνά μου δημιουργούσε την εντύπωση πως ο Τσιώλης ήταν «δικός μας», ένας δημιουργός που γνώριζε τις ιδιοτροπίες της Μακεδονίας «από μέσα».

Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη-1
Στις πρώτες σκηνές του Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε, στήνεται ένα γλέντι καλωσορίσματος στη Στεμνίτσα για τους ήρωες της ταινίας.

Στην πραγματικότητα, οι ρίζες του ήταν βαθιά αρκαδικές. Στο 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου έκανε πρεμιέρα το κύκνειο άσμα του Γυναίκες που περάσατε από δω (2017), εμφανίζονταν εμβόλιμα πλάνα από παλαιότερες ταινίες του, με φόντο την Πελοπόννησο. Πέρα από το συμβολικό νεύμα ενός κινηματογραφικού αποχαιρετισμού (ο Τσιώλης έφυγε από τη ζωή δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 82 ετών), υπενθύμιζαν παράλληλα ότι ο πυρήνας της δημιουργικής του ματιάς παρέμενε βαθιά συνδεδεμένος με τη γενέθλια Τρίπολη και την αρκαδική ενδοχώρα.

Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη-2
Στους Ακατανίκητους εραστές, η Όλια Λαζαρίδου και ο Τάσος Μηλιώνης βράδυ στην πλατεία Άρεως.

Είναι δυνατόν ένας τόπος να καθορίσει τόσο τη φιλμογραφία ενός δημιουργού; Χωρίς την Αρκαδία δεν θα υπήρχαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που απαρτίζουν το τσιωλικό σύμπαν: το βαθύ αίσθημα της σύνδεσης με τον τόπο καταγωγής, η άρρητη συνομιλία με την άγραφη μνήμη ενός τόπου και η –πανταχού παρούσα στη φιλμογραφία του– ανάγκη αποσαφήνισης του γυναικείου ψυχισμού μέσα από την ανδρική παρουσία.

Ένας καλός παραμυθάς

Εκείνο το βράδυ στο Ολύμπιον, o Σταύρος Τσιώλης δεν σταμάτησε να μοιράζεται ιστορίες από τη ζωή του και τα γυρίσματα. Για περίπου 45 λεπτά το κοινό «άκουγε» προσεκτικά, χωρίς να διακόπτει με ερωτήσεις και γελώντας δυνατά σε κάθε απρόοπτο περιστατικό που αφηγούνταν ο σκηνοθέτης. Με τις ταινίες του είχε καταφέρει να μετατρέπει στιγμές της καθημερινότητας, που μπορεί να έμοιαζαν ασήμαντες, σε ιστορίες και μύθους.

Γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου του 1937 στην Τρίπολη, από οικογένεια τσοπαναραίων με ρίζες στο Λεβίδι και στην Παλαιά Επίδαυρο. Το πατρικό του ήταν ένα τουρκόσπιτο –μακρύ οίκημα, κατασκευασμένο από ασβεστόλιθο– με μια αυλή στο κέντρο του, μια κληματαριά και ένα πηγάδι. Δύσκολα χρόνια. Στη διάρκεια του σχολείου έκανε μικροδουλειές, όπως στο τοπικό σινεμά, όπου επιδιόρθωνε τα καθίσματα έναντι μικρής αμοιβής και ενός εισιτηρίου, αλλά και στο Μεγάλο Καφενείο, όπου σκούπιζε τραπέζια και σέρβιρε καφέδες.

«Η ρίζα του ήταν στην Αρκαδία. Τη θεωρούσε ομφαλό της Γης, ένιωθε περηφάνια για τον τόπο του. Γι’ αυτό και οι ταινίες της δεύτερης φάσης της καριέρας του, ακόμα και οι αθηναϊκές, είχαν πάντοτε κάτι από Αρκαδία», αναφέρει η Κατερίνα Τσιώλη, κόρη του σκηνοθέτη.

Το πάθος του για την τέχνη –άμεση επιρροή από τον πατέρα του, ο οποίος προπολεμικά έπαιζε κλαρίνο στη Φιλαρμονική– συμπορευόταν σιωπηλά με τον καθημερινό κάματο. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, τα στενά πνευματικά όρια της πόλης δεν τον χωρούσαν άλλο. Όπως μοιράζεται η κόρη του Κατερίνα, έκανε επτά προσπάθειες να μείνει στην Αθήνα, λόγω οικονομικής δυσπραγίας. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, αλλά την εγκατέλειψε, επειδή τον ανακάλυψε ο Φιλοποίμην Φίνος.

Από το 1958 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 56 ταινίες, πολλές από τις οποίες ήταν της Φίνος Φιλμ. Το 1968 έκανε το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης με τον Μικρό δραπέτη, τρία χρόνια αργότερα σημείωσε διεθνή επιτυχία με την αστυνομική ταινία Κατάχρηση εξουσίας, αλλά το 1973 αποφάσισε να αλλάξει ρότα, καθώς δεν τον εξέφραζε καλλιτεχνικά αυτό το είδος ταινιών. «Πήγε στο Άγιον Όρος, όπου έμαθε την τέχνη της παλαίωσης αγιογραφιών. Άρχισε τότε να δουλεύει και χρυσό 22 καρατίων και τα καλοκαίρια φόρτωνε το όχημα με εικόνες και κοσμήματα και πήγαινε στα νησιά. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ένας άνθρωπος που ταξίδευε ούτε είχε περιπλανηθεί σε άγνωστα μέρη. Η ρίζα του ήταν στην Αρκαδία. Τη θεωρούσε ομφαλό της Γης, ένιωθε περηφάνια για τον τόπο του. Γι’ αυτό και οι ταινίες της δεύτερης φάσης της καριέρας του, ακόμα και οι αθηναϊκές, είχαν πάντοτε κάτι από Αρκαδία», αναφέρει η κ. Τσιώλη.

Βαθιά Αρκαδία

Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη-3
Ο Βασίλης Καψούρος, ο Τάσος Δενέγρης και ο Σταύρος Τσιώλης σε γυρίσματα της ταινίας Σχετικά με τον Βασίλη, στο Λεωνίδιο.

Στη σκηνοθεσία θα επιστρέψει ενεργά με το Μια τόσο μακρινή απουσία (1985) και το Σχετικά με τον Βασίλη (1986). Η δράση τους λαμβάνει χώρα στην Αθήνα, όμως και στις δύο ταινίες υπάρχουν ψήγματα της Αρκαδίας. Η ματιά του γίνεται πιο προσωπική, οι ήρωες αποτελούν υπαινικτικές μορφές του εαυτού του με αρκετές δόσεις νοσταλγίας, τόσο ως προς τα πρόσωπα και τις καταστάσεις του παρελθόντος (παρατηρήστε ότι στις ταινίες του πάντα υπάρχει ένας Βασίλης ή Λάκης, προς τιμήν του αδερφού του, που είχε φύγει μετανάστης στον Καναδά), όσο και ως προς τον τόπο που ο ίδιος άφησε εξαιτίας της αναγκαστικής μετεγκατάστασής του στην πρωτεύουσα. Ενδεικτικά, στο Σχετικά με τον Βασίλη ο πρωταγωνιστής (Τάσος Δενέγρης), κενός νοήματος, εγκαταλείπει τη δουλειά του στο πανεπιστήμιο, την οικογένειά του και την Αθήνα. Επιβιβάζεται σε ένα τρένο για την Τρίπολη και φτάνοντας περιπλανιέται με μια βαλίτσα στους δρόμους, ψάχνοντας σιωπηλός να βρει το νόημα της ύπαρξής του στη σκόνη των ερειπωμένων νεοκλασικών.

Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη-4
Η φύση της Αρκαδίας αποτελεί κομμάτι της πλοκής. Εδώ, στους Ακατανίκητους εραστές.

Στην επόμενη ταινία του, τους Ακατανίκητους εραστές (1988), η αρκαδική ενδοχώρα έχει κεντρικό ρόλο και ισχυρό συμβολισμό. Ο μικρός Βασίλης το σκάει από το ορφανοτροφείο. Πέφτοντας πάνω σε μια κοπέλα που της έχει χαλάσει το αυτοκίνητο κάπου στην ορεινή Αρκαδία, θα συνεχίσουν την περιπλάνηση για ολόκληρο το καλοκαίρι, μέχρι ο πιτσιρικάς να γυρίσει στο σπίτι της γιαγιάς του, ένα ερείπιο στο οποίο δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος ζωής.

Για να βρουν την ανεμελιά ή την πολυπόθητη λύση, οι ήρωες του Τσιώλη πρέπει να βγουν στον δρόμο, να συναντήσουν πρόσωπα που δεν θα συναντούσαν σε άλλες περιστάσεις, όπως οι Ρομά και τα άσπρα τους άλογα έξω από την Τρίπολη, και να περιπλανηθούν ξανά. Ό,τι ακριβώς κάνει και ο μικρός δραπέτης στις τελευταίες σκηνές της ομώνυμης ταινίας. Σαν alter ego του Τσιώλη στην παιδική του ηλικία, πιάνει διάφορες δουλειές στην αγορά, πίνει το καφεδάκι του στο Μεγάλο Καφενείο, περπατάει με τα χέρια πίσω σαν συνταξιούχος (μια κωμική οδηγία) και ανήμερα της γιορτής του φεύγει από την πόλη, βαδίζοντας στη μέση της οδού Καλαβρύτων.

«Χαιρετίζουμε Στεμνίτσα και Δημητσάνα»

«Μια ταινία την ξεκινώ… σαν μια μεγάλη αφορμή για να ζήσω με άλλους ανθρώπους, με τους ηθοποιούς, με το συνεργείο. Να χαθώ μέσα στην Πελοπόννησο. Είναι πια αυτό που ζητάει η καρδιά μου. […] αισθάνθηκα ότι δεν θα μπορούσα να γυρίσω μια “αθηναϊκή” ταινία. Και πιο πολύ ένιωθα την ανάγκη μου για επικοινωνία με τους ανθρώπους που μαζί κάνουμε την ταινία. Αυτή η ανάγκη μου είναι που με οδηγεί να γυρίσω ταινίες. Γιατί μέσα εκεί, στις δύσκολες συνθήκες, πραγματοποιούνται και εξελίσσονται οι πιο βαθιές ανθρώπινες σχέσεις», ανέφερε ο Τσιώλης στο περιοδικό Οθόνη το 1990. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας Βασίλης Καψούρος, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Χρήστος Βακαλόπουλος και ο αρχιτέκτονας, τραγουδιστής και ηθοποιός Αργύρης Μπακιρτζής, με τον οποίο συνεργάστηκαν για πρώτη φορά στην ταξιδιωτική κωμωδία Έρωτας στη χουρμαδιά (1990). Σε μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες της ιδιοσυγκρασίας του Τσιώλη, δύο φίλοι (ο Μπακιρτζής και ο Λάζαρος Ανδρέου) χάνονται μέσα σε ταξί, τρένα και εθνικές οδούς στην Πελοπόννησο, προσπαθώντας να διαπιστώσουν αν, πράγματι, η γυναίκα του ενός υπήρξε ερωμένη του άλλου, βάσει μιας φωτογραφίας με μια χουρμαδιά σε κάποια ακτή.

Η Αρκαδία του Σταύρου Τσιώλη-5
Αργύρης Μπακιρτζής και Λάζαρος Ανδρέου σε σκηνή του Έρωτας στη χουρμαδιά, η οποία λαμβάνει χώρα στο Μεγάλο Καφενείο.

Λίγο πριν από τον θάνατο του Βακαλόπουλου, τον Ιανουάριο του 1993, κυκλοφορεί η ταινία Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε, της οποίας συνυπογράφουν σενάριο και σκηνοθεσία. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Στεμνίτσα και στα οροπέδια της Αρκαδίας, με πρωταγωνιστές τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Δημήτρη Βλάχο, που υποδύονται δύο μικροαπατεώνες αγιογράφους που καταφθάνουν σε ένα χωριό της Αρκαδίας με πρόσχημα να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες τοιχογραφίες σε βυζαντινό ξωκλήσι του 15ου αιώνα.

«Είχα την τύχη μέσα απ’ τις ταινίες του να γνωρίσω την ορεινή Αρκαδία, τα οροπέδια, που τα ένιωσα σαν τόπους απ’ όπου ξεκινάει η ζωή, τον Νικόλα τον βοσκό στο Χρυσοβίτσι, που μπορούσε να κοιμάται όρθιος ακουμπισμένος στην γκλίτσα βόσκοντας το κοπάδι του», θυμάται ο Αργύρης Μπακιρτζής και συνεχίζει: «Επισκέφθηκα με τον Βακαλόπουλο την Παλαιά Μονή Φιλοσόφου, στο φαράγγι του Λούσιου, και μετά λουστήκαμε στο ποτάμι. Θυμάμαι τους φιλόξενους ανθρώπους της Στεμνίτσας και των γύρω χωριών που με έβαζαν να γράφω ως αρχιτέκτονας τεχνικές εκθέσεις για τη συντήρηση των μισοεγκαταλελειμμένων εκκλησιών τους. Εγώ τους έλεγα: “Έχετε τόσους μηχανικούς στα κέντρα αποφάσεων, εμένα βρήκατε;”. Κυρίως, όμως, δεν ξεχνώ τα λόγια με τα οποία χαιρετώ τον απανταχού ελληνισμό στη δημοπρασία της ταινίας: “Χαιρετίζουμε Στεμνίτσα και Δημητσάνα, χαιρετίζουμε το χωριό του Κολοκοτρώνη, Λιμποβίσι, χαιρετίζουμε Ζάτουνα, Βυτίνα, Καρκαλού, Τρίπολη, Μεγαλόπολη, Καλαμάτα”», με τους κατοίκους της Στεμνίτσας να χειροκροτούν αυθόρμητα.

Θρύλοι και δοξασίες

Τόπος δεν είναι όμως μόνο τα χωριά στον χάρτη. Παρόλο που το τελευταίο κινηματογραφικό οδοιπορικό του Τσιώλη στη γενέθλια γη του πραγματοποιείται στον Χαμένο θησαυρό του Χουρσίτ Πασά (1995), όπου έντεκα δραπέτες διασχίζουν την Πελοπόννησο αναζητώντας τον χαμένο θησαυρό του Οθωμανού άρχοντα της Τριπολιτσάς, Χουρσίτ Πασά, η Αρκαδία υπάρχει συμβολικά στο Φτάσαμεεε!… (2004), με την παρουσία ενός ενσαρκωμένου πνεύματος. Όπως μας πληροφορεί η Κατερίνα Τσιώλη, ο παραγωγός της ταινίας, ο οποίος είχε καταγωγή από τη Λιβαδειά, θέλησε τα γυρίσματα να γίνουν εκεί. Παρά την πίκρα του Τσιώλη γι’ αυτή την εξέλιξη, η Αρκαδία είναι συμβολικά παρούσα στο φιλμ μέσα από τον ρόλο του πνεύματος, που ερμηνεύει η Άννα Παναγιωτοπούλου. Ο χαρακτήρας της βασίζεται στους μύθους και τους θρύλους που υπάρχουν στη λαογραφική παράδοση της Αρκαδίας. Ενδεικτικά, η παρουσία νεκρών στα όνειρα συμβολίζει τη νίκη της ζωής επί του θανάτου. «Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη ζωή, ενώ μεγάλωσε με τους θρύλους που άκουγε από τους γονείς του. Θυμάμαι που μας έλεγε πως μικρό παιδί είχε δει τα διαβολάκια του θεού Πάνα να βγαίνουν από το τζάκι για να κάνουν σκανταλιές, ενώ μας διηγούνταν το πώς διάβαζαν οι γέροι τα μελλούμενα στην πλάτη των προβάτων. Τέτοιες παρουσίες εμφανίζονται στις ταινίες του», καταλήγει η κ. Τσιώλη.

«Μια ταινία την ξεκινώ σαν μια μεγάλη αφορμή για να ζήσω με άλλους ανθρώπους, με τους ηθοποιούς, με το συνεργείο. Να χαθώ μέσα στην Πελοπόννησο. Είναι πια αυτό που ζητάει η καρδιά μου».

Σταύρος Τσιώλης, περιοδικό Οθόνη, 1990.

Στο τέλος κάθε φιλμ παρατηρώ ένα μοτίβο στους ήρωες, οι οποίοι επιστρέφουν εκεί από όπου ξεκίνησαν: σε έναν δρόμο. Εξοικειώθηκαν πρώτα με τον τόπο, απαλλάχθηκαν από τα βάρη τους και κινούν για αλλού. Δεν ξέρω αν είναι η αθώα και ποιητική ματιά του Τσιώλη που στρέφει ρομαντικά την προσοχή σε εμπειρίες και στιγμιότυπα της περιθωριοποιημένης ελληνικής Περιφέρειας ή αν είναι αυτό το αίσθημα της ανεμελιάς στην ύπαιθρο και της λαϊκής μουσικής που κάνει το σινεμά του Τσιώλη τόσο βαθιά ελληνικό και –ανά στιγμές– τόσο συγκινητικό μέσα στην πλάκα του. Με βεβαιότητα, είναι κομμάτια μιας Ελλάδας που υπάρχει πια μόνο μέσα σε φιλμ και μετατρέπει τον θεατή, για όσα λεπτά κρατάει η ταινία, σε πλάνητα ενός τοπίου που δεν ήξερε ποτέ ότι υπάρχει τόσο κοντά και τόσο μακριά του. 

Ευχαριστούμε θερμά την κ. Κατερίνα Τσιώλη και την εταιρεία διανομής Feelgood Entertainment για την ευγενική παραχώρηση του αρχείου των ταινιών του Σταύρου Τσιώλη.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 15ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Αρκαδία», Μάρτιος

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Πού θέλεις να πας;

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT