O δρόμος που από τη Χώρα ανηφορίζει προς το ορεινό κέντρο του νησιού περνούσε μέχρι πρόσφατα από δασωμένες πλαγιές. Οι πυρκαγιές του περασμένου Ιουνίου κατέκαψαν τα πάντα. Ευτυχώς, οι φλόγες σταμάτησαν στο ψηλό τείχος –και τα ακόμα ψηλότερα κυπαρίσσια– που κρύβουν ζηλότυπα τον λαμπρότερο θησαυρό της Χίου. Η Νέα Μονή, που το 1990 συμπεριλήφθηκε από την UNESCO στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς, είναι –μαζί με τη Μονή του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στην Πάτμο και την Παναγία Εκατονταπυλιανή στην Πάρο– το σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου.

Αυτοκρατορικά προνόμια
Η μονή ιδρύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1040 με γενναία αυτοκρατορική χορηγία, πιθανότατα στη θέση προϋπάρχοντος ναού (εξ ου και ονομάζεται «Νέα»). Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσής της είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς το αρχείο της μονής χάθηκε όταν αυτή πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε κατά τη σφαγή της Χίου, το 1822. «Η Νέα Μονή ιδρύεται πιθανόν λίγο πριν από το 1042, αλλά συνδέεται κυρίως με τη βασιλεία του ζεύγους Ζωής και Κωνσταντίνου Μονομάχου (β. 1042-55), στην εποχή των οποίων ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό η ανέγερσή της», σημειώνει η Άννα Μισαηλίδου, αρχαιολόγος στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Χίου. Μονή αυτοκρατορική, θα παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την αυλή.

Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος, η σύζυγός του Ζωή Πορφυρογέννητη και η αδελφή της Θεοδώρα αποτελούν τους χορηγούς της ανέγερσης της Νέας Μονής, αλλά και των σημαντικών της προνομίων. Με χρυσόβουλά του, ο Μονομάχος τής εξασφαλίζει οικονομική αυτάρκεια: την απαλλάσσει από φορολογικές επιβαρύνσεις, της εξασφαλίζει κρατική επιχορήγηση, της παραχωρεί τις προσόδους κτημάτων και την ανακηρύσσει «σταυροπηγιακή», υπαγόμενη δηλαδή απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το αριστούργημα βέβαια είναι τα ψηφιδωτά, που κάλυπταν τον τρούλο, τους θόλους, τις αψίδες και τις κόγχες. Στον κυρίως ναό εξιστορούν τον βίο και τη θυσία του Ιησού, στον νάρθηκα σκηνές των Παθών και αγίους.

Τα προνόμιά της πολλαπλασιάζονται από τους διαδόχους του και η Νέα Μονή αποκτά ολοένα και περισσότερα κτήματα και μετόχια στη Χίο, αλλά και στη Σάμο και στη Μικρά Ασία. «Γίνεται ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στο νησί», τονίζει η Μισαηλίδου. «Το τυπικό της δεν ρυθμίζει μόνο τη ζωή των μοναχών, αλλά θέτει ένα κανονιστικό πλαίσιο και για την οργάνωση της αγροτικής ζωής στα γύρω κτήματα. Έτσι, θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη ζωή της Χίου έως τη σύγχρονη περίοδο».

Οι Γενοβέζοι και οι Οθωμανοί σέβονται τα προνόμιά της και αυτή
διατηρεί την περιουσία και την επιρροή της. Η παρακμή της ξεκινά την αυγή του 19ου αιώνα, όταν αναγκάζεται να πωλήσει μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας της για να εξοφλήσει υπέρογκο πρόστιμο που της επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές. Λίγες ημέρες μετά το Πάσχα του 1822, η μονή λεηλατείται και πυρπολείται και εκατοντάδες άμαχοι που έχουν καταφύγει εκεί σφαγιάζονται. Ο σεισμός του 1881 προκαλεί ανεπανόρθωτες καταστροφές: ο τρούλος και η ανατολική πλευρά του ιερού καταρρέουν και τα ψηφιδωτά τους χάνονται. Για μεγάλο διάστημα, η μονή παραμελείται και σχεδόν ερημώνει.

Μια κιβωτός τέχνης
Το καθολικό, αφιερωμένο στη Θεοτόκο, οικοδομήθηκε επί Μονομάχου, ενώ ο εξωνάρθηκας προστέθηκε επί Θεοδώρας Πορφυρογέννητης (1055-1056). Η αρχιτεκτονική του μεταφέρει στη Χίο κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα και καθιερώνει νέο αρχιτεκτονικό τύπο, τον «νησιωτικό» οκταγωνικό. «Ο ναός αποτελεί έναν ιδιαίτερο οκταγωνικό τύπο με τρούλο, στον οποίο απουσιάζουν εσωτερικά στηρίγματα και εξωτερικές αντιστηρίξεις ώστε να δημιουργείται μια αίσθηση ενότητας του χώρου στο εσωτερικό του κυρίως ναού», λέει η Μισαηλίδου.

Στο εξωτερικό κυριαρχούν οι καμπύλες –τρούλοι, τόξα, κόγχες και τυφλά αψιδώματα– που δημιουργούν μια αίσθηση αρμονίας και πλαστικότητας. Την επιτείνει ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος, που διαγράφει στις προσόψεις ταινίες μαιάνδρων, ήλιους και ένα καρδιόσχημο κόσμημα. Η αυτοκρατορική χορηγία εξασφάλισε τα πολυτελέστερα υλικά για τον εσωτερικό διάκοσμο. Τα δάπεδα επενδύθηκαν με δυσεύρετα μάρμαρα από ολόκληρη τη Μεσόγειο, με εντυπωσιακότερη σύνθεση το πενταόμφαλο του εξωνάρθηκα, ενώ οι τοίχοι, ως το ύψος των θόλων, με ορθομαρμάρωση, όπου κυριαρχεί το κοκκινωπό μάρμαρο Χίου.
Το αριστούργημα, βέβαια, είναι τα ψηφιδωτά, που κάλυπταν τον τρούλο, τους θόλους, τις αψίδες και τις κόγχες και που σώζονται αποσπασματικά. Στον κυρίως ναό εξιστορούν τον βίο και τη θυσία του Ιησού, στον νάρθηκα σκηνές των Παθών και αγίους. Τα τολμηρά χρώματα των ενδυμάτων, οι έντονες φωτοσκιάσεις στα πρόσωπα, η ρεαλιστική απεικόνιση και η εκφραστικότητα των μορφών, όλα απηχούν τα αισθητικά πρότυπα της Κωνσταντινούπολης της εποχής.
Όσο σημαντικά είναι τα έργα της Εφορείας Αρχαιοτήτων για την ανάδειξη του μνημείου, τόσο ζωτικά είναι, για την επιβίωσή του, τα αυστηρά μέτρα πυροπροστασίας: οι πρόσφατες πυρκαγιές έκρουσαν ξανά τον κώδωνα του κινδύνου.
Πέραν του καθολικού, από την αρχική φάση οικοδόμησης, του 11ου αιώνα, σώζονται τμήμα της τράπεζας, η κινστέρνα και ο αμυντικός πύργος της μονής. Στην τράπεζα διατηρείται το αυθεντικό κτιστό τραπέζι, με μαρμαροθέτημα παρόμοιο με των δαπέδων του καθολικού. Πρόκειται για το μοναδικό του είδους του που σώζεται. Στην ημιυπόγεια κινστέρνα, δύο σειρές μαρμάρινων κιόνων στηρίζουν θολίσκους – διαρρύθμιση πανομοιότυπη με των υπόγειων κινστερνών της Κωνσταντινούπολης. Ο αμυντικός πύργος στέκεται ερειπωμένος στο ψηλότερο σημείο του συγκροτήματος.
Τα έργα αποκατάστασης
Τη δεκαετία του 1990, τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης έδωσαν τη δυνατότητα στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Χίου να ξεκινήσει το τιτάνιο έργο αποκατάστασης της Νέας Μονής, που συνεχίζεται. Σε πρώτο στάδιο αποκαταστάθηκαν η κινστέρνα και η τράπεζα. Το 1996-98, με χορηγία του Ιδρύματος Λέων και Ασπασία Λεμός, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού συντόνισε την εκπόνηση μελέτης για την αποκατάσταση του καθολικού και τη συντήρηση του ψηφιδωτού του διακόσμου. Το έργο εντάχθηκε στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο στήριξης (2000-6) και ολοκληρώθηκε το 2010. Η συντήρηση των μαρμαροθετημένων δαπέδων του εντάχθηκε σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ (2017-19). «Σήμερα έχει ξεκινήσει νέος κύκλος έργων, που εστιάζονται στον πύργο, στον περίβολο και στα κελιά», λέει η Παρισιάνθη Βαλάκου, προϊσταμένη Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Χίου.

Με εξαίρεση τους διαμένοντες μοναχούς, η φροντίδα της Νέας Μονής βρίσκεται σε γυναικεία χέρια. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων γυναικοκρατείται, ενώ γυναίκες είναι και οι δύο φύλακες του συγκροτήματος επί 34 συναπτά έτη: η Μίνα Καλαμάρη και η Άννα Τσώρη. Όσο σημαντικά είναι τα έργα της Εφορείας για την ανάδειξη του μνημείου, τόσο ζωτικά είναι, για την επιβίωσή του, τα αυστηρά μέτρα πυροπροστασίας: οι πρόσφατες πυρκαγιές έκρουσαν ξανά τον κώδωνα του κινδύνου. «Για πρώτη φορά, οι φλόγες έκαψαν κάποια μικρά δέντρα μέσα στον χώρο, κοντά στον περίβολο», λέει η Καλαμάρη.

Το 1822, κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει την καταστροφή της Νέας Μονής, και ολόκληρης της Χίου, από τους Οθωμανούς, ενώ ο σεισμός του 1881 ήταν φυσικό φαινόμενο «φυγείν αδύνατον». Σήμερα, όμως, με τις πυρκαγιές τραγικό δεδομένο κάθε θερινής περιόδου, ο κρατικός μηχανισμός μπορεί και οφείλει να θωρακίσει τη Νέα Μονή. Θα ήταν ασυγχώρητο ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της χώρας να αποτεφρωθεί σε μελλοντική πυρκαγιά.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 13ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Χίος», Ιούλιος 2025.

