Ένας λουστράκος ξεκουράζεται γερμένος πάνω σε έναν τοίχο. Τα μάτια του κλειστά, το μέτωπό του συνοφρυωμένο, το πρόσωπό του στραμμένο μακριά από τον ήλιο, από τον οποίο όμως δεν μπορεί να ξεφύγει. Τα μαύρα προστατευτικά για τα μανίκια του οδηγούν στα παιδικά του χέρια, σχεδόν σταυρωμένα την ώρα της σύντομης σιέστας. «Το κατάστημα είνε κλειστόν», γράφει η καρτ ποστάλ στην οποία εμφανίζεται η φωτογραφία.

Ο άνθρωπος που απαθανάτισε αυτή τη στιγμή με τον φακό του είναι ο Σίμος Χουτζαίος (1873-1967), εμβληματική μορφή της ελληνικής φωτογραφίας, με το έργο του να επικεντρώνεται κυρίως στο νησί του, τη Λέσβο.

Αναγνωρισμένος από τον ιστορικό Άλκη Ξανθάκη ως «εθνικός φωτογράφος» της Μυτιλήνης, αποτύπωσε στις εικόνες του την καθημερινή ζωή, τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, καθώς και τοπία, δημιουργώντας ένα ανεκτίμητο φωτογραφικό αρχείο.

Ο Χουτζαίος γεννήθηκε στην Αγιάσο της Λέσβου το 1873. Ο πατέρας του, με καταγωγή από τη Σπάρτη, εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη γύρω στο 1870. Σε νεαρή ηλικία ο Σίμος μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου μαθήτευσε κοντά στον θείο του, Καλπαξίδη, ο οποίος ήταν ζωγράφος. Εκεί απέκτησε τις πρώτες του γνώσεις στη ζωγραφική και στη φωτογραφία.

Το 1899, σε ηλικία 26 ετών, επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Ξεκίνησε τη φωτογραφική του καριέρα ανοίγοντας το δικό του φωτογραφείο, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε «Σαπφώ». Στη Μυτιλήνη, ο Σίμος συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον αδελφό του, Ευστράτιο, αν και γρήγορα ξεχώρισε το προσωπικό του άστρο στη φωτογραφία.

Με τον φακό του κατέγραψε κομβικά ιστορικά γεγονότα, την καθημερινότητα και τις κοινωνικές εκδηλώσεις της Λέσβου για περισσότερο από μισό αιώνα. Μάλιστα λέγεται πως κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τού ανέθεσε να φωτογραφίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νησί. Οι φωτογραφίες του από αυτή την περίοδο κυκλοφόρησαν ως φωτογραφικές καρτ ποστάλ και αποτέλεσαν μερικές από τις πρώτες μιας μεγάλης σειράς αντίστοιχων εκδόσεων.

Ένα από τα σημαντικότερα έργα του είναι το λεύκωμα Η Κατοχή Μυτιλήνης υπό του Ελληνικού Στρατού, που καταγράφει την απελευθέρωση της Λέσβου και τις επακόλουθες εξελίξεις. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, ο Χουτζαίος μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησε για πέντε χρόνια. Άνοιξε το δικό του φωτογραφείο στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ενώ αυτό της Μυτιλήνης το διαχειρίζονταν η σύζυγος και ο αδελφός του.
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του το 1921, συνέχισε να εργάζεται ως φωτογράφος, αυτή τη φορά συνεταιρικά με τον αδελφό του, λειτουργώντας υπό την επωνυμία «Αδελφοί Χουτζαίοι». Αργότερα, η επιχείρησή τους μετονομάστηκε σε «Φώτο-Μετροπόλ» και τελικά σε «Photo-Electric», σε συνεργασία με τον Παν. Κεμερλή.
Η οξυδερκής ματιά του, όμως, δεν περιορίστηκε στην καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Για πολλούς, ο Σίμος Χουτζαίος αιχμαλώτισε με τον φακό του την ψυχή της Λέσβου: την αγροτική ζωή, τα τοπικά έθιμα και φυσικά τους ανθρώπους της. Οι εικόνες του πηγαίνουν πολύ παραπέρα από τα φωτογραφικά του θέματα· οι υφάντρες, οι ψαράδες, οι γυναίκες που βάφουν αρχαιοπρεπείς αμφορείς αποκαλύπτουν την πολιτιστική ταυτότητα των κατοίκων του νησιού του Βόρειου Αιγαίου.

Από την άλλη, η απελευθέρωση της Λέσβου από τον γερμανικό ζυγό τον Οκτώβριο του 1944 δεν θα μπορούσε να μην τραβήξει το ενδιαφέρον του Χουτζαίου. Οι φωτογραφίες του από αυτή την περίοδο καταγράφουν τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, τις απόπειρες απόβασης των Άγγλων στρατιωτών και τα επακόλουθα γεγονότα, παρέχοντας μια μοναδική ματιά στην ταραγμένη αυτή εποχή.
Ο Σίμος Χουτζαίος συνέχισε να ταξιδεύει –και να μας ταξιδεύει– ασχολούμενος ενεργά με τη φωτογραφία μέχρι το 1950 και αποτυπώνοντας μια εποχή σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Πέθανε το 1967 στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 94 ετών, αφήνοντας πίσω του μια αδιαμφισβήτητης αξίας κληρονομιά, που συνεχίζει να εμπνέει και να εκπαιδεύει τις επόμενες γενιές φωτογράφων και ιστορικών.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 8ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Λέσβος», Ιούλιος 2024.

